Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ. Καρβουνοσίδερο σιδερώματος.

Να πούμε κάτι γι’ αυτά τα πράγματα που παν να ξεχαστούν, και να γεμίσω παράλληλα καμιά άδεια ώρα, από εκείνες τις ατέλειωτες του άπραγου συνταξιούχου, ξεκίνησα ετούτη την ενότητα ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ. Και να κάνουμε κι έτσι ας πούμε κι ένα αλλιώτικο μνημόσυνο για τη χαμένη εκείνη εποχή της νιότης μας, και για εκείνους όλους τους μακαρίτες που χρησιμοποίησαν αυτά τα άγνωστα σήμερα εργαλεία και σύνεργα και προσπάθησαν να διευκολύνουν τις δουλειές και γενικά τη ζωή τους. Και προέκυψε ανταπόκριση μεγάλη απ’ το αναγνωστικό κοινό, κι άρχισαν να φτάνουν τα μηνύματα, από γνωστούς κι αγνώστους γράψε και για εκείνο, γράψε και γι’ αυτό. Να καλή ώρα σαν το φίλο το Χρήστο τον συνπαραθεριστή και πατριώτη, που μου υπενθύμισε το παλιό καρβουνοσίδερο σιδερώματος που κάποια στιγμή είχε μπει σε μια συζήτησή μας.
Τούτα δω το λοιπόν τα καρβουνοσίδερα σιδερώματος υπήρχαν σε όλα σχεδόν τα σπίτια στα χωριά. Τώρα αν ήταν εισαγόμενα και σε τι καταστήματα δηλαδή πουλιόταν μη με ρωτήσετε δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα ότι αυτά τα παλιά σίδερα για σιδέρωμα των ρούχων, έμοιαζαν με μυτερά κουτιά, όπου μέσα τοποθετούσαν αναμμένα κάρβουνα. Ήταν κατασκευασμένα από χοντρό μέταλλο και η  χειρολαβή τους ήταν από ξύλο για να μην καίει τα χέρια αυτού που το χρησιμοποιούσε.
Ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη: το κάτω και το πάνω. Το κάτω ήταν βαθουλό και μέσα έμπαιναν τα κάρβουνα. Το πάνω ήταν λεπτό και χρησίμευε σαν καπάκι για να κλείνει το σίδερο. Επίσης υπήρχε ένας πύρος στο κάτω μέρος που ασφάλιζε με το σύρτη στο πάνω μέρος.
Τα κάρβουνα για το σίδερο τα έπαιρναν από το τζάκι ή την σόμπα το Χειμώνα, το καλοκαίρι δε φρόντιζαν να ανάβουν τη γωνιά ή το μαγκάλι, από όπου γέμιζαν το σίδερο με αναμμένα κάρβουνα. Η κάθε νοικοκυρά,  που ήθελε να σιδερώσει, πρώτα ετοίμαζε τα κάρβουνα, κι έπειτα όλα τα’ άλλα. Έπρεπε όμως κατά το σιδέρωμα, να προσέχει τις στάχτες, που έβγαιναν από τις τρύπες και να μην κάνει απότομες κινήσεις, ιδίως όταν σιδέρωνε λευκά. Πολλές φορές, μετά από πολύωρο σιδέρωμα, τα κάρβουνα έσβηναν μέσα στο σίδερο. Κι όταν η θερμοκρασία του σίδερου άρχιζε να πέφτει, η νοικοκυρά έβγαινε στο πεζούλι της εισόδου και κουνούσε το σίδερο σαν κούνια δεξιά αριστερά για να αναζωπυρωθούν τα κάρβουνα. Το οξυγόνο εισχωρούσε από τις τρύπες που υπήρχαν στο σίδερο, τα ασπρισμένα κάρβουνα κοκκίνιζαν και άρχιζε πάλι το σιδέρωμα.
Με τον ερχομό του ηλεκτρικού μπήκαν σιγά σιγά στα νοικοκυριά και τα ηλεκτρικά σίδερα. Την εποχή αυτή το καλύτερο δώρο για τους νεόνυμφους ήταν ένα ηλεκτρικό σίδερο και ήταν η μεγάλη χαρά της νεόνυμφης νοικοκυράς, αυτή η πρώτη συσκευή στην υπηρεσία της, που εγκαινίαζε μια νέα εποχή, την εποχή του ηλεκτρικού ρεύματος, που έφερε τόσες ανέσεις και ευκολίες στα νοικοκυριά συν το χρόνο. Βέβαια οι σιδερώστρες, αυτές οι φορητές που ξέρουμε, ήταν είδη πολυτελείας  και μπήκανε πολύ αργότερα στα νοικοκυριά. Οι περισσότερες γυναίκες στο χωριό  στρώνανε μια παλιά κουβέρτα και ένα σεντόνι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, κι έκαναν τη δουλειά τους.
Παρ’ όλο όμως που το ηλεκτρικό σίδερο, με την πάροδο του χρόνου, έγινε προσιτό σε όλους,  παρέμεινε όμως σε χρήση από μερικούς επαγγελματίες εμποροράφτες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70 το σίδερο με τα κάρβουνα. Πήγαμε θυμάμαι στο Αγρίνιο τότε στα γυμνασιακά μας χρόνια, με τον Θύμιο το Πριόβολο σ’ ένα ράφτη που έρχονταν και στο Αγγελόκαστρο και έπαιρνε παραγγελίες, τον Κατσούκα, για να μας ράψει τα παντελόνια για την παρέλαση του σχολείου. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση που χρησιμοποιούσε ακόμα στη δουλειά του σίδερο με κάρβουνα, και σε σχετική ερώτησή μας  περί αυτού, ο ράφτης μας απάντησε:                                                      
-Εγώ λεβέντες είμαι επαγγελματίας, και τη δουλειά μου δεν την ψευτίζω με τέτοια μασκαραλίκια, εννοώντας το ηλεκτρικό σίδερο. Τώρα το γιατί..... αυτός το ήξερε κι ούτε το μάθαμε ποτέ!
Μπούτιβας Κώστας – Καστρινός.

1 σχόλιο :

Χρίστος Παπαζήσης είπε...

Καλημέρα Κωστακι αυτος εισαι. Άλλη δωση θα βαλης και τη ροκα που εκαναν το μαλί.