Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ.



Πήγα πίσω κάπου μισό αιώνα πριν...τούτες τις μέρες κάτω στο χωριό τότε που στα σοκάκια του γυρνάγανε παιδιά. Οι άντρες μαζεύονταν τα βράδια στα καφενεία, σαν γύρναγαν απ’ το μεροδούλι στο καπνοτόπι και πάντα είχαν την ελπίδα ότι όλα κάποια στιγμή θα παν καλύτερα. Οι γυναίκες καθόντουσαν στις αυλόπορτες, κουτσομπόλευαν και προσεύχονταν για ένα καλύτερο αύριο, κι ύστερα μπαίναμε στα φουρνοκάλυβα, να βάλουν το τσουκάλι μ’ ότι είχε βρεθεί και για εκείνη τη μέρα, να γεμίσει η γειτονιά μυρωδιά, και φρεσκοζημομένο καρβέλι ο φούρνος. Στα στενά τα παιδιά παίζανε κυνηγητό και κουτσό, και μπάλα στις αλάνες με τόπια γεμισμένα με κουρελόπανα.
Κοιτάω μπροστά μου, το χωριό του σήμερα.
Και τώρα στα σοκάκια του βλέπω να γυρνάνε παιδιά. Στα καφενεία, οι άντρες μαζεύονται και τώρα, και κυνηγάνε το μεροδούλι πότε δω και πότε κει και δεν το βρίσκουνε. Και τώρα οι γυναίκες κάθονται ακόμα στα κατώφλια των σπιτιών ξεκλέβοντας λίγο χρόνο απ’ τη τηλεόραση.
Και θα ’λεγες, πως είναι όλα ίδια, μονάχα που οι άνθρωποι δείχνουνε πια πιο αγριεμένοι, και τα βράδια δεν ακούς πια γέλια στις γειτονιές, μονάχα βρισιές και λόγια ακαταλαβίστικα, και μια κατάσταση που δείχνει καθαρά μια αγανάκτηση.
Και σκάφτομαι λες να βρικολάκιασε το χωριό εκείνου του καιρού, σηκώθηκε από τον τσιμεντένιο τάφο που του φτιάξαμε – το σκεπασμένο ρέμα -κι ήρθε το φάντασμά του να ταράξει την αιώνια ξεφτήλα μας, κι ίσως και να εκδικηθεί για τα ανομήματά μας....

Καστρινός.