Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΕ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ.

Δεν ήταν έτσι ρε παιδιά οι απόκριες. Πόσοι τις πήραν είδηση κι εφέτος; Όλα στημένα, απρόσωπα κι ακριβοπληρωμένα. Όλα από πλαστικό, μπογιά, και τόνους φελιζόλ. Ψεύτικο κέφι σε μια ψεύτικη γιορτή. Που είναι εκείνες οι απόκριες στο Αγγελόκαστρο, που περιμέναμε με αγωνία πότε θα’ρθουν.
Άλλα τα χρόνια όμως κι άλλες οι εποχές. Ήταν μικρή τότε η κοινωνία του χωριού, κι όλοι είχαν κάποια σχέση μεταξύ τους. Έτσι το πνεύμα της αποκριάς κυριαρχούσε σ’ όλο το χωριό. Η κοινωνία στερημένη και διψασμένη για λίγη διασκέδαση μετά τα πέτρινα τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου, παρά τη φτώχια της, περίμενε κάποιες γιορτές για να το ρίξει λίγο έξω. Και ιδίως την αποκριά, όπου εδώ μιλάμε για πλήρη απελευθέρωση, και γενική διακωμώδηση των πάντων, χωρίς καμία παρεξήγηση και υποκρισία.
Πώς να ξεχάσω τον Γιάννη Μπούζα να ’ναι καλά. Που ερχόντανε στη βάβω Κώσταινα και του βάζε μια πάντα πλουμιστή από τον τοίχο, πετραχήλι, τού φτιαχνε κι ένα θυμιατό από τενεκεδάκι γάλα εβαπορέ, του κόλαγε και γένια από τραγόμαλλο, και τον μασκάρευε έναν τέλειο Αρχιεπίσκοπο. Τον μακαρίτη τον Πάνο Ζαλοκώστα ντυμένο αστυνόμο, να κυνηγάει τον Κώστα τον Πετράκη που έκανε τον κλέφτη, κι έτρεχε πάντα να κρυφτεί πίσω απ’ τις γυναικείες συντροφιές που τρομοκρατημένες διαλυόντανε. Η την μεγάλη ομάδα του μπάρμπα Χρήστου και του Στέλιου Κασιδιάρη που έκανε πάντα τον γυναικολόγο τον γιατρό, με Πάνο Λώλο (Βασιλακόπουλο) κι όλους τους άνδρες απ’ την επάνω εκείνη γειτονιά Ψηλαλωνιού.
Κάποια απόκρια μάλιστα κάνανε τους μηχανικούς, τάχα ολόκληρο συνεργείο Δημοσίων έργων, και μέτραγαν για την διάνοιξη του επάνω δρόμου. Κι εκεί στο σπίτι του μπάρμπα Φίλλιπα του Παπουτσή που ακόμα η γωνία του προεξέχει μες το δρόμο, με μια μετροκορδέλα μετρούσανε το πόσο θα το κόψουν. Και να’χει γίνει ο μπάρμπα Φίλλιπας μπαρούτι, που είχε πιεί και τα κρασάκια του, και του ‘ρχονταν ότι θα γίνει αλήθεια η κατεδάφιση.
Αλλά και οι Μπούλες. Όλη την νύχτα Κυριακή το βράδυ, μασκαρεμένοι να γυρνάμε σχεδόν όλα τα σπίτια του χωριού. Εκεί να δεις παρά τη φτώχια τραπεζώματα και πλούσια κρασοκατάνυξη, σ΄όλους τους μαχαλάδες του χωριού. Και δεν σε άφηναν να φύγεις αν δεν σ’ αναγνώριζαν κι αν δεν δοκίμαζες απ’ τον δικό τους τον κρασομεζέ.
Που τα θυμήθηκα και πάλι όλα ετούτα εδώ στον ξένο τόπο, που οι μάσκες πια για πάντα έχουν πέσει,( η μάλλον καλύτερα φοριούνται καθημερινά) μες την μαζικοποίηση την ύποπτη την γκλαμουριά και την υποκρισία. Μας το σκοτώσανε το όνειρο οι κουφάλες Πατριώτη κι όλους μαζί μας έκαναν καρνάβαλους καθημερνούς.
Όχι κείνα τα χρόνια δεν ήταν έτσι οι απόκριες ρε παιδιά.
Κώστας Μπούτιβας - Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :