Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΧΟΥΝΕΡΙ.

Έβγαλε απ' το τσουβάλι ένα πεζόβολο, και τον αμόλησε με τέχνη στο ποτάμι.
Πάντα τα πρωινά είναι απόλαυση στο χωριό. Ηρεμία, γαλήνη κι όλα σε πλήρη ακινησία. Παίρνεις το γλυκύ βραστό στο πλαστικό ποτήρι και πας κάτω στο σταθμό στη γέφυρα στο Δίμικο, κάθεσαι στην όχθη του κάτω απ’ το πλάτανο ακούς το νερό να κελαρύζει, βλέπεις τα ψάρια να περνάνε αγέρωχα - να κάτι κέφαλοι μετά συγχωρήσεως - κι αμίλητος απολαμβάνεις το καφέ σου. Κάθε του ρουφηξιά τσιγάρο άσσο έξπορτ και επικρότηση. Άηηη. Και περιμένεις να ζυγώσει μεσημέρι, ν’ ανέβεις στο χωριό να πλακωθείς στο καφενείο στα ούζα και στο χαβαλέ.
Κι άραξε ο ευτραφής ο ετεροδημότης εξ Αθηνών δίπλα απ’ τη γέφυρα το ευτραφή του τέσσερα επί τέσσερα ρίχνοντας μια βλοσυρή ματιά τριγύρω, κι άρχισε από κάτι χαρτοκούτια, να βγάνει κάτι σύνεργα περίεργα, κι έστησε πάνω στη γέφυρα με μαγικές μαεστρικές κινήσεις σε τρίποδες μεταλλικούς που γυαλοκόπαγαν, τρία τέσσερα καλάμια του ψαρέματος. Είχαν επάνω μηχανάκια κι εξαρτήματα και κάτι κουδουνάκια στην κορφή, να ρίχνουν λέει ειδοποίηση όταν τσιμπάει. Πώς θα λειτουργούσαν τώρα αυτά δεν το πολυκατάλαβα.
- Ντριν- ντριν -ντριν. Ποιος είναι;
-Εγώ το ψάρι, πιάστεμε σας παρακαλώ να μην με φάει η χελομάνα που με κυνηγάει. Λες; Κι έπειτα με κάτι πολύπλοκα, πολύχρωμα, πλαστικά δολώματα, που είχαν σχήματα διάφορα, σαν μύγες σκουταρέλες και σκουλήκια, δόλωσε κι αμόλησε στα ήρεμα ετούτη την εποχή νερά του Δίμικου, με τέχνη αρκετή ομολογώ. Άνοιξε την σπαστή την πολυθρόνα, πήρε την φραπεδιά απ' το τζιπάκι, άνοιξε την ομπρέλα τη μεγάλη που είχε και θήκη για το κινητό κι άρχισε να διαβάζει την αθλητική του εφημερίδα, προσμένοντας τα πρώτα τα τσιμπήματα. Τον είδαν οι Ρουσογιαννέοι εκεί δίπλα, και έβαλαν τα γέλια.
-Αϊ πάει κι αυτός είπε ο Μιχάλης και ο Βασίλης επικρότησε.
Ήρθε σε λίγο ο πιτσιρικάς με το αγροτικό πάνω από εκεί που μένει στο ψηλαλώνι, έριξε μια ματιά με θαυμασμό στο εργοστάσιο που είχε στήσει ο χοντρός με τα καλάμια και τα σύνεργα κι έπιασε την ξύλινη προχειροστημένη προβλήτα στην άκρη απ’ το ποτάμι. Έβγαλε απ’ το τσουβάλι ένα πεζόβολο, και τον αμόλησε με τέχνη στη μέση στο ποτάμι. Έριξε καμιά δεκαριά φορές, γέμισε μια λεκανίτσα πλαστική με «κεφαλόπουλα» ολοζώντανα, κι ένα καλό «Στροσίδι», έριξε πονηρή ματιά στον ευτραφή συγχωριανό, και έφυγε σφυρίζοντας και σιγοτραγουδώντας.
Άλλαζε τα δολώματα συνέχεια ο χοντρός, πάει κι εφημερίδα, χύθηκε κι ο φραπές μισοπιωμένος, έριξε και κλοτσιά στο κινητό να σταματήσει να μην κουδουνίζει. Όμως τα ψάρια επιδεικτικά τον αγνοούσανε, καμιά φορά δεν χτύπησαν τα κουδουνάκια. Μάζεψε τ΄ ακριβά του σύνεργα, τα φόρτωσε στο ακριβό τζιπάκι, κι εκνευρισμένος αναχώρησε. Όσο τον είδατε εσείς στο καφενείο τόσο κι εγώ τον ξαναείδα.
Είναι απόλαυση το χωριό κάθε ώρα της ημέρας μα ιδίως το πρωί. Να κάθεσαι κάτω απ’ τον πλάτανο στην άκρη του Δίμικου αμίλητος, ν' απολαμβάνεις το καφεδάκι σου, και να χαζεύεις με τα ψάρια που περνάνε και κοροϊδεύουνε με το χουνέρι πού 'παθε χθες ο ετεροδημότης ο χοντρός με τα καλάμια.
Αλήθεια τα ψάρια έχουνε φωνή; Πάντως σ΄εμένα φάνηκε ότι γέλαγαν.
Μπούτιβας Κώστας. - Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :