Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΠΑΓΑΝΑ. (Μυθοπλασίες και δοξασίες του τόπου μας).

-Κάτσετε ήσυχα μας έλεγαν οι μεγάλοι τέτοιες μέρες κάτω στο Αγγελόκαστρο, γιατί αυτές τις μέρες το ρέμα είναι γεμάτο «πάγανα» κι αν σας ακούσουν πάμε όλοι χαμένοι. Και τότε εμείς «σαούρα». Τι ήταν όμως αυτά τα «πάγανα» που μας γέμιζαν δέος και φόβο, και μας έκαναν όλους να μην βγάζουμε άχνα; Όπως λοιπόν έλεγαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες, ήταν αερικά, και ξωτικά.
Όντα της λαϊκής μας παράδοσης που η φαντασία του λαού μας οργίαζε σχετικά με το πώς είναι αυτά τα όντα. Και η αρχή των μύθων γι’ αυτά, βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως όταν οι ψυχές έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς. Με το πέρασμα όμως των χρόνων, η πλούσια φαντασία του λαού μας, μετέτρεψε αυτόν το μύθο σιγά-σιγά σε μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε «πάγανα» και καλικάντζαρους. Σύμφωνα δε με νεότερες δοξασίες, πρόκειται για «δαιμόνια» που εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου 6 Ιανουαρίου), κι επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Κι έτσι βρίσκουν ευκαιρία τα «πάγανα» ν' αλωνίσουν τον κόσμο.
Πλάσματα μαυριδερά, τριχωτά, με ουρά και μακριά χέρια, ζουν στα έγκατα της γης, και τις παραμονές των Χριστουγέννων βγαίνουν επάνω στη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους. Κατά χιλιάδες ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από κάθε τρύπα. Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο. Καθένας τους δε έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλοι στραβοχέρηδες, στραβοπρόσωποι, με καμπούρα ή ουρά.
Όσο όμως κι αν διχάζεται η γνώμη του λαού για το πώς είναι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: στην απέραντη βλακεία και κουταμάρα τους. Η πιο αγαπημένη τους τροφή είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το λίπος, το οποίο όταν ψήνεται στη θράκα, σκορπάει μια πολύ ωραία και τραβηχτική γι’ αυτά μυρωδιά. Γι' αυτό εκείνα τα χρόνια οι νοικοκυραίοι για να γλιτώσουν από δαύτα, το σφαγμένο αυτές τις μέρες «γρούνι» και τα λουκάνικα, τα σκεπάζουν με σπαραγγιά που ήτανε σκληρή κι αγκαθωτή, και δεν την ζύγωναν με τίποτα. Άλλοι κρέμαγαν στην καπνοδόχο ένα δερμάτινο παλιοπάπουτσο ή έριχναν αλάτι στη φωτιά. Η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος και ο κρότος από το αλάτι κράταγε λέει μακριά τα «πάγανα». Υπήρχαν όμως κι άλλοι που ήθελαν να τα καλοπιάσουν μπας και γλυτώσουν απ’ αυτά και τους πετούσαν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο και στα κεραμίδια των σπιτιών. Ο μπάρμπα Κώτσος ο Μπούζας απ’ ότι θυμάμαι εκεί στη γειτονιά είχε όπλο εναντίων τους το λιβάνι. Το σιχαίνονταν έλεγε και γι' αυτό θυμιάτιζε το σπίτι κάθε απόγευμα και μύριζε σαν εκκλησία όλη η γειτονιά, και άφηνε το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι καθ΄ όλη τη διάρκεια των εορτών, μέχρι πέρα του "Σταυρού" που πέρναγε ο Παπάς και αγίαζε τα σπίτια. Και τότε οι καλικάντζαροι, όπου φύγει-φύγει.
«Φευγάτε να φεύγουμε
γιατί έρχεται ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του».
Με την αναχώρηση τους την ημέρα των Φώτων με τον αγιασμό των υδάτων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύονταν και το τζάκι καθαρίζονταν καλά. Η δε στάχτη πετιόνταν σε μέρος απόμακρο να μη χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο. Επίσης, καθαρίζονται και οι κοπριές των ζώων από τα κατώγια και τους στάβλους.
Δεν μπόρεσα να εξακριβώσω ποτέ στ' αλήθεια, αν αυτά τα «πάγανα» τρόμαξαν ποτέ τους ανθρώπους, μιας και η μορφή που τους έδιναν και αυτά που έκαναν, ήταν πιο πολύ διασκεδαστικά παρά τρομακτικά στην αγνή και θεοσεβούμενη ακόμα τότε κοινωνία του χωριού.
Μπούτιβας Κώστας- Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :