Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΑΓΓΕΛΟΚΑΣΤΡΙΤΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ.

Είμαι τυχερός, που προλαβαίνω ακόμα έστω και λίγο, να περπατώ κάτω απ’ τη σκιά του μοναστηριού, να βλέπω κόσμο και κοσμάκη, και να πηγαινοέρχομαι πάνω στο σκεπασμένο ρέμα, φουριόζος και φορτωμένος βάρη και καημούς μιας ολόκληρης ζωής.
Τρακτέρια που σέρνουν κάθε είδους γεωργικά εργαλεία, να βογγάνε στο δρόμο για τον κάμπο, κι αλλοδαποί εργάτες, ν’ ανεβοκατεβαίνουν σε σκουριασμένες, γερασμένες και ταλαιπωρημένες πλατφόρμες.
Τέτοια εποχή λίγο πριν τα Χριστούγεννα, τα καφενεία έβαφαν με «μίνιον» τις σιδερένιες σόμπες τους, στις γειτονιές ασβέστωναν τους τοίχους, κλάδευαν τα δέντρα και στοίβαζαν τα ξύλα για το τζάκι ενώ περίμεναν να ξεκινήσουν οι γερές παγωμένες νύχτες. Έτσι τρώγαμε τότε με χαμόγελο τα χρόνια, αυτά που τώρα μας σιγοτρώνε δίχως οίκτο.
Στα ίδια βήματα, σήμερα σκοντάφτεις πάνω σε διαλυμένα τσιμεντένια κράσπεδα κι ο θόρυβος της νταλίκας αποστομώνει κάθε σκέψη και βιάζεσαι και ζορίζεσαι μήπως και γλυτώσεις από τις πρόστυχες κι αδιάφορες εικόνες, που θέλουν να κατσικωθούν και να βυζάξουν το μυαλό σου. Ζητιάνες ξεραμένες τριανταφυλλιές ξεπετάγονται από τα ντουβάρια, κι όταν τις πλησιάζεις πιο κοντά, δείχνουν μια σιχασιά, κι αποτραβιούνται σιωπηλές. Βλέπεις δίχως φροντίδα, δεν μπορείς να περιμένεις χάδια. Τέτοιες εικόνες στο σημερινό χωριό, που μόνο οργή γεννάνε, και που θυμίζουν είσοδο από θάλαμο εντατικής.
Ένας ψεύτης Χειμωνιάτικος ήλιος, κάνει ζημιά στα μάτια και επαναλαμβάνει μονότονα, να πάψω να ξεγελιέμαι, να υπνωτίζομαι από το ψέμα μου. Και σ ένα ποτήρι τσίπουρο στο καφενείο απ' έξω, να προσπαθώ να κάψω το φόβο μην τυχόν και σβήσουν τα ξεχειλωμένα παιδικά όνειρα, εκείνα που κάναμε συνείδηση, κάθε που περπατάγαμε ξυπόλυτοι στους χωματένιους δρόμους του χωριού.
Μπούτιβας Κώστας – Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :