Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΑΠ’ ΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΟΥ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥ ΛΑΟΥ.

Το χρονογράφημα του Σαββάτου.
Το καλοκαιρινό Σάββατο είναι μια θαυμάσια μέρα αργίας υπό τον όρον να την περνάς σε κοντινή παραλία. Αυτό το γνώριζε καλά η ευτραφής κυρία που φορούσε ένα αξιοπρεπέστατο ψάθινο καπέλο με κόκκινη κορδέλα. Στο ένα χέρι κρατούσε μια εμπριμέ τσάντα με τα σύνεργα του μπάνιου και στο άλλο ένα ένα μικρό παιδί. Η παραλία είδε την κυρία κι ανατρίχιασε. Όχι όμως μόνο για την κυρία, αλλά γιατί όλη η παραλία είχε γεμίσει από ένα κόσμο αλλοπρόσαλλο. Υπήρχαν όμως και πολύ ωραίες δεσποινίδες, ξαπλωμένες εκτός θαλάσσης σε χρωματιστές πετσέτες, και νέοι έφηβοι που παίζανε τις ρακέτες ανάμεσα στις ωραίες δεσποινίδες.
Μια παρέα αναιδών νεαρών, από κείνους που καπνίζουν τσιγάρα μυστήρια, και πίνουν τ’ άντερά τους τις νύχτες στα μπάρ, είχε πιάσει ένα βραχάκι μακρύτερα από τον κόσμο, έτσι σαν να είχε εγκαταστήσει το δικό του αυτόνομο κράτος Συνήθως αυτές οι παρέες φωνάζουν ο ένας στον άλλον: «μαλάκα» ή «ούφο», στέλνουν τον πιο χαζοχαρούμενο να φέρει παγωμένες μπύρες, λένε ανέκδοτα σόκιν χωρίς καμία ντροπή, και σιχαίνονται μόνο γιατί η θάλασσα είναι κοινή με τους άλλους θνητούς, που φοράνε στενά μαγιό, που είναι αναιδείς σε ματιές για τις ξένες γυναίκες, που προσπαθούν να κάνουν επίδειξη με μακροβούτια, με πλονζόν στο βόλεϊ και μ’ ένα λεξιλόγιο βγαλμένο απ’ τα καταγώγια. Ένα άλλο γνώρισμα αυτών είναι η καζούρα. Όταν είδανε την εύσωμη κυρία να ετοιμάζεται να μπει στη θάλασσα, φώναξε ο ένας στον άλλον: -Ρε Μήτσουλα, ο Τιτανικός πέφτει στη θάλασσα. Και γελάσανε όλοι οι Μήτσουλες πάρα πολύ, και μόνο η καημένη η κυρία λυπήθηκε σφόδρα.
Κατά τ’ άλλα όλα ήταν πολύ ωραία. Τα πεύκα γεμάτα ρετσίνι, οι ομπρέλες γεμάτες κορμιά, οι ψάθες κάτω απ’ τα κορμιά γεμάτες λάδι αντηλιακό η άσφαλτος καφτερή. Στις «δέστρες» ξεκουράζονταν οι βάρκες, σινάμενες -κουνάμενες σαν ξεπεσμένες τραβεστί. Όλα τα υπόλοιπα ήταν κοινότυπα. Λαϊκοί άνθρωποι με κεφτέδες τυλιγμένες στο αλουμινόχαρτο. Οι κυράδες που γυρεύανε σκεύος να κόψουνε την ντομάτα. Ένας πιτσιρικάς που τρώει σφαλιάρα γιατί πέταξε τα πλαστικά πιάτα για «φρίσμπι», και το τυρί που άρχισε να αναλιώνει απ’ τη ζέστα. Άλλοι που ψάχνουνε πάγο, άλλοι που ζητάνε σκιά, κι άλλοι που σκοτώνουν τα μυρμήγκια. Κάποιος τοποθετεί μια κουρελού με την ελπίδα να κοιμηθεί. Δεν λογαριάζει όμως δίπλα τα παιδιά που παίζουνε μπάλα, και κατεβάζει από μέσα του καντήλια. Τα μπάνια του λαού, ο κοσμάκης κι η θάλασσά του.
Μια καινούργια παρέα καταφθάνει στο κονσερβοποιημένο Ι.Χ. Αράζει αναιδέστατα σχεδόν μπροστά απ’ το τροχόσπιτο. Πρώτη κατεβαίνει μια κουνιστή κυρία.
-Ω! Τι ωραία που είναι η θάλασσα ανακράζει! Βγείτε και πάρτε βαθιά αναπνοή, γιατί η θάλασσα έχει ιώδιο.
-Ιώδιο έχει και στα φαρμακεία, της λέει η γυναίκα μου που τα ’χει πάρει στο κρανίο από την αγενή κατάληψη του χώρου.
 -Αυτό το μαγαζί είναι το φτηνότερο και μαγειρεύει και καλά. Λέει ένας κύριος που είχε κατέβει λίγο πρίν στη διπλανή ψαροταβέρνα να εξερευνήσει το τοπίο, και διακόπτει εν τη γεννέση του τον επερχόμενο καυγά. Το μαγαζί δεν είναι φτηνότερο άλλα δείχνει φτηνότερο, γιατί έχει πιο λαδωμένα φαγητά και πιο λίγο λαδωμένα φέτος τραπεζομάντηλα.
Σ’ όλη αυτή τη διαμάχη, κι αφού η κονσέρβα Ι.Χ έκανε όπισθεν να πάει στην ταβέρνα για καλαμαράκια, γιατί το καλαμαράκι είναι φτηνή θαλασσινή νεοελληνική τροφή, η χοντρή κυρία, έχει πέσει στην θάλασσα και φωνάζει στην μικρή με τα μπρατσάκια να μην απομακρύνεται. Η μικρή όμως δε χαμπαριάζει τίποτα, γιατί τα παιδιά κάνουν πάντα το αντίθετο από κείνο που τους λες, κι αν κάποια στιγμή υπακούσουν πρέπει να είσαι βέβαιος ότι έχεις να κάνεις μ’ ένα παιδί αλλοπρόσαλλο. Ένας νεαρός κάθεται με το κεφάλι καταηλιού και μια νέα κάθεται με το κεφάλι όμως αυτή στον ήσκιο. Ακουμπούν τα κεφάλια τους. Σίγουρα της λέει ότι την αγαπάει και ότι θα την παντρευτεί. Η αμαρτία αρχίζει πολύ εύκολα από την θάλασσα και καταλήγει συνήθως σε δάκρυα εγκαταλείψεως, γιατί το κεφάλι που το καίει ο ήλιος, άλλα σκέπτεται και άλλα λέει.
Η ευτραφής κυρία βρίσκεται σε απελπισία. Η μικρή με τα μπρατσάκια έχει απομακρυνθεί τόσο πολύ, που φαντάζεται ότι θα χαθεί στον Κορινθιακό. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει κανένας φόβος, γιατί δίπλα κολυμπάει ένας σωρό κόσμος. Μερικοί κολυμπάνε ανάσκελα, άλλοι παίζουνε μπάλα, άλλοι έχουνε μουλιάσει και πολλοί πιτσιρικάδες που φωνάζουν «λίγο ακόμα μαμά και βγαίνω». Το κακό με τα παιδιά είναι ότι μπορούν να μείνουν μια ολόκληρη μέρα στο νερό και να μην χορταίνουν, και με τους δίστιχους γονείς να μην μπορούν να τα μαζέψουν.
Κι εδώ έρχεται και σκάει και η ιστορία με το τζέτ σκι. Κάνει αναιδείς βόλτες, ανάμεσα στους κολυμβητές με έξυπνους ελιγμούς και επιδεξιότητα, τρέχει, σταματάει, φρενάρει, ξαναμαρσάρει. Το τζετ σκι έρχεται κατευθείαν επάνω στο κοριτσάκι με τα μπρατσάκια. Η ευτραφής μαμά το βλέπει και κοντεύει να της έρθει ταμπλάς. Λίγο ακόμα και το κοριτσάκι θα γίνει ένα από κείνα τα παιχνίδια τα συναρμολογούμενα. Τότε η μαμά φωνάζει «Εεεε αλήτη». Το τζέτ σκι το αντιλαμβάνεται την τελευταία στιγμή, κόβει, σταματάει, στρίβει, και γλιτώνει το κοριτσάκι. Ο καραφλός άνθρωπος με το τζετ σκι μάλλον μέλος της τάξης των νεόπλουτων γίνεται έξω φρενών.
-Δεν προσέχετε λιγάκι, ρε μουλάρια; Και ακριβώς εκεί του ήρθε στο κεφάλι το κουπί απ’ το κανό, που είχε αρπάξει η ευτραφής μαμά από την παραλία, και είδε τις «Περσίδες» που πέφτανε στη χθεσινή νύχτα του Αυγούστου, αυτός τις είδε μέσα στο καταμεσήμερο.
Το καλοκαιρινό Σάββατο είναι μια θαυμάσια μέρα αργίας για το θαλάσσιο μπάνιο σας, υπό τον όρον να διαθέτεις και την ανάλογη υπομονή του μουλαριού.
Κώστας Μπούτιβας – Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :