Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Η παράξενη φυλή που κοιμάται στο χώμα. (Μπουτιβαίηκες διακοπές)

Το πώς περνάει ο καθένας τις διακοπές του είναι προσωπικό ζήτημα. Άλλοι προτιμούν τη χλιδή των ξενοδοχείων και των φανταχτερών καταλυμάτων, άλλοι το δωμάτιο της κυρα Σούλας με τα 50 ευρώ σε υπερπροσφορά και είναι κι άλλοι που προτιμούν γι’ αυτές τις λίγες μέρες ξεκούρασης που τους έχει κληρώσει ο Θεός και ο νόμος, να επιστρέφουν στις πρωτόγονες ρίζες του ανθρώπινου είδους, να ξαπλώνουν σε στρώματα γεμάτα αέρα κοπανιστό, μέσα σε πρόχειρα καταλύματα που στήνουν στα χώματα κάποιου κάμπινγκ. Εγώ ανήκω στους τελευταίους και γι’ αυτούς μπορώ να μιλήσω.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ο Αύγουστος ήταν μία ταλαιπωρία, που περιμέναμε πάντα με προσμονή. Στο ζεστό Περιστέρι, η τελευταία μέρα δουλειάς του πατέρα, ήταν ορόσημο της χρονιάς. Γιορταζόταν δε σαν την Πρωτοχρονιά, με τη μάνα μου να ξεκινάει τις ετοιμασίες μέρες πριν, πακετάροντας τα πράγματα μας- ένα ολόκληρο σπίτι δηλαδή- ούτως ώστε να χωρέσουν μαζί με τους τέσσερίς μας στο μικρό κόκκινο Yugo. Ο τελικός προορισμός ήταν άγνωστος, αλλά ξέραμε καλά ότι όλα ξεκινούσαν από το Αγρίνιο. Αυτό ήταν το δικό μας λιμάνι, το χωριό.
Αφού στρίμωχναν ένα ολόκληρο νοικοκυριό σε 4 σκάρτα κινούμενα τετραγωνικά, παίρναμε το μεγάλο δρόμο που οδηγούσε στην Πάτρα και μετά από 5 ωρίτσες πιάναμε Αγγελόκαστρο. Εκεί ξεχνούσαμε το πλάνο των διακοπών για κάμποσες μέρες, καθώς δεν υπάρχει πιο ωραίος και εύκολος τρόπος να χάσεις τον στόχο σου από το να βρίσκεσαι με ανθρώπους που σε αγαπούν και αγαπάς. Οι μέρες περνούσαν στις αγκαλιές των παππούδων και των γιαγιάδων, παρέα με τα ξαδέρφια και με αρκετή δόση Μαρίας Χοακίνας τα μεσημέρια που έπρεπε υποχρεωτικά να κοιμηθείς. Κι ενώ οι μέρες περνούσαν χαρούμενα και η θάλασσα έμοιαζε να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο, το βράδυ μετά το πανηγύρι, ο πατέρας ανακοίνωνε πού θα πάμε, για να ξεχάσουμε όλα όσα ξέραμε. Πού θα στήσουμε το δικό μας σπίτι πάνω στη θάλασσα.
Δεν θα ήταν ψέμα να πω πως ο προορισμός είχε μικρή σημασία για όλη την οικογένεια. Σημασία είχε η θάλασσα και η ξεγνοιασιά που έχει στη σύστασή της, που για να την βρει ο πατέρας ήταν διατεθειμένος να αντέξει κάθε είδους ταλαιπωρία, με στόχο να περάσει τις λίγες μέρες των διακοπών του στο φόντο που είχε φανταστεί τυπώνοντας μία ολόκληρη χρονιά φανταχτερές καρτποστάλ, τις οποίες θα αγόραζαν σε κάποιο ελληνικό νησί εύποροι τουρίστες. Και μαζί του φυσικά και η μάνα-σούπερ ήρωας, που ήταν διατεθειμένη να μαγειρέψει σε οποιοδήποτε αμμόλοφο, να απαλλάξει την μικρή μου αδερφή από τη λερωμένη πάνα της κόντρα σε όλα τα μποφόρ του Ιονίου και να μας υπηρετεί δίπλα στη θάλασσα λες και είμασταν τίποτα αναιδείς αποικιοκράτες στα χρόνια των μεγάλων εξερευνήσεων.
Η περιπέτεια ξεκινούσε νωρίς το πρωί και στην «καλύτερη» κατέληγε σε κάποιο οργανωμένο κάμπινγκ στην ακτογραμμή της Αιτωλοακαρνανίας, στην «χειρότερη» σε κάποια απομακρυσμένη παραλία στην Λευκάδα ή την Ιθάκη. Η μέρα εκείνη ήταν η πιο όμορφη μέρα του χρόνου. Ο πατέρας έψαχνε σαν λαγωνικό τον επίγειο παράδεισό του, με τη μάνα να απορρίπτει τον ένα ή να προτιμά τον άλλο, έχοντας πάντα στο μυαλό της όλες σχεδόν τις μέρες που θα ακολουθήσουν και τις δυσκολίες που θα προκύψουν. Και όταν τελικά τον έβρισκαν, έπιαναν δουλειά σαν μυρμήγκια που κατάλαβαν ότι πλησιάζει ο χειμώνας και δεν έχουν τη φωλιά τους γεμάτη με φαγητό για να την βγάλουν. Θεέ μου, θυμάμαι σχεδόν όλες αυτές τις «πρώτες μέρες», με αμέτρητα σχοινιά να ανεμίζουν στον αέρα, πασαλάκια διάσπαρτα σαν κακοσπαρμένο χωράφι, σφυριές και τσάπες που προετοίμαζαν τα αφιλόξενα χώματα να δεχθούν τους διψασμένους για Αύγουστο γονείς μου. Και μετά από τόσο αγώνα και κακό χαμό, την ηρεμία της ξάστερης νύχτας και την λαϊκή μουσική από το κόκκινο καταπονημένο ραδιάκι των διακοπών, το οποίο πίσω από τη γρίλια του ηχείου του φιλοξενούσε άμμο από περισσότερες περιοχές της Ελλάδας απ’ ότι το μουσείο φυσικής ιστορίας.
Και οι μέρες περνούσαν, ξέγνοιαστες και ήρεμες όπως ήταν οι θάλασσες στα βιβλία που τύπωνε ο πατέρας. Γεμάτες χαμόγελα, παρέες άγνωστες από διάφορα μέρη του κόσμου, ντουζ με μπουκάλια νερών που ζεσταίνονταν κάτω από το φως του ήλιου, πρόχειρο μα γεμάτο αγάπη φαγητό και πρωτόγνωρες εμπειρίες που έρχονταν η μία πίσω από την άλλη δίπλα στη θάλασσα. Με την πάροδο των χρόνων, ήρθαν φωτιές στις παραλίες και γύρω τους στήθηκαν τεράστιες παρέες και μουσικές και μπύρες και τσιγάρα Marlboro στα κρυφά, μακριά από τους γονείς, με ανθρώπους που σπάνια μιλούσαν την ίδια γλώσσα μα, κατά έναν περίεργο τρόπο, έδειχναν να καταλαβαίνουν τα πάντα.
Κι όλα αυτά έγιναν τρόπος ζωής που δεν αλλάζω, όσο φτηνά και αν μου δώσει το δωμάτιό της η εκάστοτε κυρά Σούλα. Και πάντα επιλέγω και θα συνεχίσω να επιλέγω απ’ ό,τι φαίνεται τον τόπο των διακοπών μου με γνώμονα το αν έχει κάμπινγκ στο νησί, γιατί μπορεί να μην έχω τα κότσια του πατέρα και της μάνας μου να στήσω το νοικοκυριό μου στη μέση του πουθενά, αλλά δεν μπορώ και να την πέσω σε στρώμα κανονικό, ή όταν τέλος πάντων το κάνω, δεν μου θυμίζει καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν είναι γιατί τελικά μου αρέσει η δεδομένη ταλαιπωρία και το ξύπνημα από το πρωινό λιοπύρι ή απλώς έτσι έμαθα από το αντρικό μου πρότυπο, μα δύσκολα την πρώτη μέρα που δεν την παλεύω στη δουλειά το χειμώνα, μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου στο δωμάτιο ενός νησιού να βλέπω τηλεόραση.
Υ.Γ.: Θυμάμαι εξίσου καλά και τις τελευταίες μέρες των διακοπών, σχεδόν κάθε χρόνου, μα δεν θέλω να γράψω τίποτα γι’ αυτό, αφενός γιατί έχω ακόμα μερικές μέρες να κυλιστώ στην άμμο και αφετέρου γιατί είναι κάτι που ανήκει σε ένα άλλο κείμενο που θα γράψω στο τέλος του Αυγούστου, όταν όλοι θα έχετε επιστρέψει στη ρουτίνα της καθημερινότητας.
Λεωνίδας Κ. Μπούτιβας. (www.Properman.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια :