Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

ΤΟ ΔΙΚΡΙΑΝΙ.

Έτσι στα χαζά το ’φερε η συζήτηση σήμερα στο καφενείο, αυτό   το ταπεινό και ξεχασμένο εργαλείο, που παρά την αγνόηση του από πολλούς «πρωτευουσιάνους» θαμώνες , κάποτε ήταν απαραίτητο στους παλιότερους  οι οποίοι με κάποια τέτοια πρωτόγονα μέσα προσπαθούσαν να καλυτερέψουν και να ευκολύνουν τη ζωή τους όσο μπορούσαν. Με τις δυσκολίες της ζωής εκείνης της εποχής να τους σπρώχνει στην αναγκαιότητα,  έφτιαχναν μόνοι διάφορα εργαλεία για καθημερινή χρήση.Έτσι σήμερα την τιμητική του έχει το Δικριάνι. Για το Δικριάνι θα πούμε.
Και όταν λέω Δικριάνι δεν εννοώ, αυτό  που γνωρίζουν οι νεότεροι, με τα τρία τέσσερα σιδερένια δόντια, αλλά αναφέρομαι στο ξύλινο παλιό Αγγελοκαστρίτικο Δικριάνι. Αυτό  το «δικό» μας δικριάνι, που  το μαστόρευαν οι ίδιοι  όσοι τους χρειάζονταν και το’ φτιαχναν συνήθως από κλωνάρια Αγριλιάς. Και για να βρει ο παππούλης ο Κώστας το κατάλληλο κλωνάρι, έπρεπε να γυρίσει όλο το «σκαλί», γιατί δεν έφτανε το κλαδί να έχει τρία  βλαστάρια- παρακλάδια, αλλά έπρεπε σ’ αυτό να είναι και αντικρυστά τα δυό τα « κέρατα» τα μεγάλα και να υπάρχει και τρίτο από πάνω έστω και λιανότερο.
Όταν λοιπόν βρίσκονταν το κατάλληλο κλαδί, και δεν ήταν και ίσιο, και τα κλωνάρια σπάνια ήταν ίσια, με κατάλληλο δέσιμο στα «κέρατα» και  πέρασμα του κορμού ανάμεσα σε μπηγμένα παλούκια, το υπό κατασκευή Δικριάνι έμενε όσο χρειάζονταν για να ισιάσει, να ξεραθεί και να σταθεροποιηθεί το σχήμα του. Και πολλές φορές  πριν από το δέσιμο  το περνούσαν πάνω από φωτιά για να μαλακώσει το ξύλο και να γίνει εύκαμπτο.
Έτσι, όταν ο μπάρμπαΑντώνης  (ξενοδουλευτής στο γείτονα τον Ντόβα που ήταν ειδικός σ’ αυτά),  έκρινε ότι είχε πάρει το κανονικό σχήμα, το ξεφλούδιζε,  έκοβε τα «κέρατα» και τον κορμό-στειλιάρι όσο έπρεπε, και το έξυνε με ένα κομμάτι σπασμένο τζάμι, να φύγουν οι «κόμποι»
Τόσο απλά όλα αυτά αλλά και σοφά κατασκευασμένα, από ανθρώπους, που ήξεραν, γιατί έμαθαν απ’ τους παλιούς, κι’ εκείνοι από κάποιους παλιότερους . Και τη διαδικασία αυτή που την πρόλαβα και την είδα ο ίδιος, τη γνωρίζω και τη θυμάμαι ακόμα και σήμερα.
Το ξύλινο δικράνι  περίπου στα μέσα της  δεκαετίας του ’70  ξεχάστηκε γιατί βγήκαν τα σιδερένια οι «πηρούνες» όπως τα είπανε που ήταν χρήσιμα για πολλές δουλειές. Κι αν έμεινε κάνα τέτοιο ξύλινο δικριάνι, και δε σάπισε κάπου έξω, ξεχάστηκε σε κάποια παρατημένη καλύβα ή στριμώχτηκε σε κάποιο κατώι, να καλή ώρα όπως τούτο που βρήκα στο κατώι του παλιού μισογκρεμισμένου παλιού σπιτιού του Μπούζα, και το φωτογράφισα κάποτε, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.
Κώστας Μπούτιβας.   

Δεν υπάρχουν σχόλια :