Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Ο ΥΒΡΙΣΤΗΣ.

Το χρονογράφημα του Σαββάτου.
Τώρα τελευταία όλο και περισσότερο λέει βρίζω. Όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, συνέχεια έτσι βρίζω γενικώς .
Και δεν βρίζω για τη στραβή μου την τύχη, για τα οικονομικά που πάνε κατά διαόλου - αυτό είναι και ξεπερασμένο πια, όλη η Ελλάδα βρίζει για αυτό - για το ότι δεν έχει δουλειά - και γι’ αυτό βρίζει επίσης κάτι περισσότερο απ’ τη μισή Ελλάδα-. Δε βρίζω για τα χιλιάδες προβλήματα, για τα κιλά που πήρα, όχι, δε βρίζω για τίποτα από αυτά. Ούτε για μερικές επιλογές που θα μπορούσαν να’ ναι άλλες , ούτε για λάθη που έκανα παλιότερα. Αυτά έκαναν ότι έπρεπε να κάνουνε, να με διδάξουν ότι έπρεπε να με διδάξουν, δε μετανιώνω, και δεν έχω κανένα λόγο να βρίσω γι’ αυτά.
Αλλά βρίζω ασύστολα.
Για ένα περίεργο τρόπο τώρα τελευταία, μ’ αρέσει να βρίζω συνεχώς.
Μίλαγα με ένα παλιόφιλο, κάτω στο χωριό, πάντα ήσουνα υβριστής μου λέει γελώντας, , αλλά δε μπορούσε να θυμηθεί τότε γιατί έβριζα...
Καμιά φορά δεν έχω κανένα λόγο για να βρίσω, δεν έχω τίποτα να πω, κι έτσι ξαφνικά αρχίζω τη «δοξολογία. Χωρίς να έχω κάτι που να με ενοχλεί, που δεν μπορώ να βρω κιόλας εκείνη τη στιγμή, αρχίζω τα «καριολίκια». Αλλά εμένα πολύ μου αρέσει... Εκτονώνομαι ρε αδερφέ. Κι’ έτσι σχεδόν συνέχεια βρίζω γενικώς....
Γιατί ειδικώς, πες μου τώρα εσύ, με τι να πρωτοβρίσω;
Με την κατάσταση που επικρατεί; Γι’ αυτό βρίζει όλη η κοινωνία, ακόμα κι αυτοί που δεν εχουνε λόγο για να βρίσουνε.
Με το πολιτική σκηνή που είναι χειρότερη από κακόγουστη κωμωδία; Πρέπει πρώτα να σκυλοβρίσω και τα μούτρα μου που τη διαμορφώσανε έτσι.
Με τη δουλειά που δεν έχει; Άμα βρίσω εγώ, που ακόμα έχω «τον άρτο τον επιούσιο» και ένα πιάτο φαγητό, κάτι άλλοι που ψάχνουν στους δρόμους τα σκουπίδια, τι πρέπει να κανουνε δηλαδή;
Με το ότι με πιάσανε κορόϊδο γενικώς; Καλά να πάθω γιατι τοτε που με πιανανε κορόιδο εγώ είχα τα μυαλά μου «φουρνοκατσούλα».
Γι’αυτο και γω συνέχεια βρίζω γενικώς...
-Κλείσε τη Μπιπ.... τη τηλεόραση Σαββατιάτικα, μην μπω μέσα και τους Μπιπ.... απ’ ότι έχουν και δεν έχουν, τους μπιπ....
Να! Το βλέπεις.
Ε! τώρα όμως είχα λόγο. Το ίδιο θα’ κανες κι εσύ αν άκουγες τις μπιπ.....
Καστρινός.

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Ο ΚΑΜΠΟΣ.

 Σχεδόν ολόκληρος ο κάμπος απ’ το μπαλκόνι του Αϊ Γιωργιού σε πανοραμική λήψη με ευρυγώνιο φακό.
(Πατήστε πάνω στην εικόνα για μεγέθυνση).

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

ΦΩΝΕΣ.


Το χρονογράφημα του Σαββάτου.
Αμαρτία εξομολογούμενη, αμαρτία ουκ έστι. Το λένε ρητά και οι γραφές. Εξ άλλου τι φταίω εγώ που το τροχόσπιτο βρίσκεται μπροστά- μπροστά κάτω στη θάλασσα και κατεβαίνουν όλοι εκεί, που έρχονται τα κύματα της τηλεφωνίας για να δροσιστούνε, και πιάνει καμπάνα το κινητό. Σβήνω το φώς για να μην φαίνομαι το βράδυ και κάθομαι στο μισοσκόταδο και κρυφακούω; Γιατί δηλαδή εσύ τι θα’κανες ; Θα διέκοπτες με την παρουσία σου το ύψιστο αγαθό της επικοινωνίας.
Φωνή βαριά, χοντρή, έξω από σταματημένο  πριν λίγο αυτοκίνητο με σβηστά τα φώτα.                                                   -Ναί…. ναί αφού σου λέω. Τι θέλεις τώρα. Λίγο πριν φτάσω με πρόλαβε στο δρόμο. Ωχ καημένη κι εσύ… Τι να’κανα. Γυρίζω πίσω. Θέλει παρέα λέει να πάει στο Καζίνο. Αφεντικό είναι τι να ’κανα. Θα μ’ έβαζε στο μάτι αν αρνιόμουνα. Τρείς ώρες μωρέ μονάχα το πολύ. Έλα γειά σου μωρό μου.
Η ίδια φωνή μετά ένα λεπτό, μάλλον σε άλλο αριθμό.              
-Ναι αγάπη μου…Το κόλπο έπιασε. Να ’ναι καλά και το Καζίνο. Ε! Δεν ξέρεις τι ενοχλητικό ζώο είναι; Έλα θα περιμένω στη στροφή. Βαλε κι εκείνο το καλό το φουστανάκι που μ’ αρέσει, ξέρεις εσύ. Ναι αγάπη μου, ότι θέλεις. Αφού γνωρίζεις δεν σου χαλάω χατίρι εγώ. Μάκια…. τα λέμε. Το αμάξι κάνει στροφή και φεύγει αθόρυβα στη νύχτα όπως ήρθε.
Ψιλή φωνή σε λίγη ώρα, κρυμμένη πίσω απ’ την πικροδάφνη.                                                                                     -Έλα μωρό μου. Μπα…πως το’ παθες και με κατάλαβες. Έλα σου έχω μεγάλο νέο και καλό. Ετοιμάσου για έξοδο απόψε. Ε! ναι τώρα πότε του χρόνου; Ο άντρας μου; Γύρισε πίσω. Τ’αφεντικό του ήθελε παρέα για το Καζίνο στο Λουτράκι απόψε. Ναι γλυκέ μου, κάπου εδώ κοντά όμως. Να μην αργήσουμε, διόμισι- τρεις ώρες το πολύ. Κορνάρισε θα βγω πιο πέρα.
Φωνή μέτρια μπάσο κάτω απ’ το αρμυρίκι.
-Έλα Μητσάρα. Μιλάω ελεύθερα; Ο Στέλιος είμαι. Θέλω βοήθεια αδερφέ. Ναι το πρόσωπο. Ο σύζυγος; Καζίνο απόψε. Μήτσο δεν έχω μία, και είναι απόλυτη ανάγκη, με καταλαβαίνεις. Όχι πολλά. Κανένα εκατοπενηντάρικο. Ναι αδερφέ Δευτέρα τα έχεις. Έρχομαι τώρα να τα πάρω από κει.
Σε λίγο ίδια φωνή, τηλέφωνο νούμερο δύο.                              
-Ταβέρνα το Πεύκο; Έλα Νίκο, ο Στέλιος από απέναντι είμαι. Ξέρεις τι θέλω: εκείνο το τραπέζι τ’ απομονωμένο στη γωνιά. Κράτατο αγκαζέ. Σ’ένα μισάωρο είμαι εκεί. Εκείνα τα χρωστούμενα; Έγινε φίλε θα τα βρούμε. Τα λέμε από κοντά Νικόλα.
Η ψιλή γυναικεία φωνή, πάλι κρυμμένη πίσω απ’ την πικροδάφνη σε κάνα τέταρτο.                                                      -Έλα Λία. Άκου Λιάκι…απόψε παίζαμε μπιρίμπα στο τροχόσπιτό σου ως αργά. Έλα καημένη άμα το φέρει αύριο η συζήτηση που δεν πιστεύω. Θα σου τα πω αύριο. Είναι να χάνεις τέτοια ευκαιρία; Όχι χρυσή μου εδώ κοντά.
Φωνή νευριασμένη με αγανάκτηση. Ο τύπος που είχε απλώσει τα καλάμια του, και ψάρευε απ’ το σούρουπο εδώ μπροστά.                                                                                           -Ακόμα κι εκτός υπηρεσίας γαμώ την τύχη μου. Αφήστε με μια φορά να ησυχάσω. Τι θα πει ότι έτυχε να είμαι εδώ κοντά. Φταίω εγώ που δίνω ραπόρτο που θα βρίσκομε. Ούτε ένα χόμπι με την ησυχία μου, λες και μας δίνουν τα πολλά λεφτά. Γαμώ την αστυνομία μου γαμώ. Χαλάει το μαγαζί είπες; Βρήκε αυτός τη γυναίκα του με άλλον κι αυτή τον άντρα της με άλλη; Μύλος και αχταρμάς; Πέφτουν και καρεκλιές; Καλά τα μαζεύω και πάω. Ταβέρνα ο πεύκος είπαμε;
Φωνή αγουροξυπνημένη του γείτονα απ’ το διπλανό τροχόσπιτο μέσα στη νύχτα.                                                         -Κώστα. Ε! Κώστα. Ασθενοφόρο ήτανε αυτό που ακούστηκε; Που διάολο  πάει τέτοια ώρα;                                                       
-Πάρε τη μπουκάλα με το ούζο κι έλα, άμα θέλεις για να μάθεις.
Νυχτερινό κουτσομπολιό; Ε όχι και κουτσομπολιό… Κοινωνική ανάλυση μετά παραθαλάσσιας ουζοποσίας, εν μέσω εαρινής νυκτός.
Μπούτιβας Κώστας.- Καστρινός

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

ΕΤΕΡΟΧΡΟΝΙΣΜΕΝΟ ΘΑΥΜΑ.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012. Έγραφα τότε εδώ σ’ αυτό το χώρο.
Σε «θαύμα» του προστάτη του χωριού τους «Παντοκράτορα» αποδίδουν οι Αγγελοκαστρίτες την Διακήρυξη της Δημοπρασίας δημόσιου έργου στο Αγγελόκαστρο έπειτα από αρκετά χρόνια. Πρόκειται για τη Δημοπρασία του πολυαναμενόμενου έργου αποχέτευσης του Πρώην Καποδιστριακού Δήμου Αγγελοκάστρου που «μάλλιασε η γλώσσα μας» εδώ και χρόνια για τη υλοποίησή της, και που ανήγγειλε σήμερα ο δήμος Αγρινίου.
Ακριβός ένα χρόνο μετά.
Τρίτη, 14 Μαΐου 2013.
Υπογράφτηκε στις 13 Μαΐου 2013 η σύμβαση για το έργο «Αποχέτευση Αγγελοκάστρου» μεταξύ της ΔΕΥΑΑ και του μειοδότη του διαγωνισμού που είναι η εταιρεία «ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ», ενώ δημοπρατήθηκε και το έργο με τίτλο “Επέκταση Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων Αγρινίου».
Για το έργο «Αποχέτευση Αγγελοκάστρου», ο συνολικός προϋπολογισμός του είναι 5.922.450,00€ και χρηματοδοτείται από το ειδικό πρόγραμμα του Υπουργείου Περιβάλλοντος ΕΠΠΕΡΑΑ και θα ολοκληρωθεί σύμφωνα και με το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εντός 12 μηνών. Με το συγκεκριμένο έργο επιλύεται το χρόνιο πρόβλημα αποχέτευσης που αντιμετωπίζει η Δημοτική Ενότητα Αγγελοκάστρου. Ειδικότερα προβλέπεται να κατασκευαστούν τα δίκτυα αποχέτευσης στο Αγγελόκαστρο, στην Λυσιμαχεία και στα Κλεισορρεύματα, τα οποία θα συλλέγουν τα λύματα από αυτούς τους οικισμούς και ακολούθως μέσω αντλιοστασίων θα τα οδηγούν προς την Μονάδα Επεξεργασίας Λυμάτων Μείζονος Αγρινίου. Το συνολικό μήκος των αγωγών που θα κατασκευαστούν είναι περίπου 19.000,00 μέτρα.
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΑΓΡΙΝΙΟΥ
Δ. Β Ο Τ Σ Η 7 Α Γ Ρ Ι Ν Ι Ο Τ . Κ . 30 100
Εγώ λέω ας μην ανάψουμε ακόμα λαμπάδες για το ετεροχρονισμένο θαύμα. Γιατί μια παλιά παροιμία στο χωριό λέει: «Ζήσε Μάη να φας τριφύλλι». Τυχαία; Δεν νομίζω…
Καστρινός.

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Ο ΑΧΕΛΩΟΣ ΑΓΓΕΛΟΚΑΣΤΡΟΥ ΕΚΠΕΜΠΕΙ S.O.S.

Για να μην γίνει ο ΑΧΕΛΩΟΣ κορνίζα άλλων εποχών.
Φτώχεια καταραμένη. Και δεν μιλάμε ούτε για την ανεργία, ούτε για τον βασικό μισθό των πεντακοσίων τόσων ευρώ, ούτε για τις χιλιάδες απολύσεις των εργαζομένων. Φτώχεια καταραμένη λέμε για το τοπικό ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο. Από κάθε άποψη. Κι εδώ μοιραίως είναι που έρχεται και εφαρμόζεται κατά γράμμα το δίκαιο της θάλασσας: το μεγάλο ψάρι, τρώει το μικρό. Όπως στη θάλασσα, λοιπόν, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό έτσι και στον Αθλητισμό. Η αλλαγή οικονομικών δεδομένων μίας κατηγορίας σωματείων, που ανέκαθεν αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του πρωταθλήματος του νομού μας, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Και δεν θέλει τώρα πολύ μυαλό, να καταλάβεις ότι όποιος έχει «πέντε δεκάρες» είναι αυτός που θα επιβιώσει πια.
Κι ερχόμαστε στο ρεζουμέ. Ο Πάνος ο Κουτούμπας που πέρσι έβαλε στην ομάδα του ΑΧΕΛΩΟΥ τα πολλά λεφτά- κάπου 30 χιλιάρικα ευρώ σιμά – κοντά εν μέσω κρίσεως,- δεν ήταν κανένας άσχετος με το ποδόσφαιρο που πιάστηκε κορόιδο. Από πιτσιρίκι τον ξέρω πάντα κοντά στον Αχελώο. Γάτος με πέταλα είναι. Με μια ομάδα νεόφερτη στη πρώτη κατηγορία, κατάφερε σχεδόν να διεκδικήσει και πρωτάθλημα, έχοντας πάντα και το «γνώθι σ’ αυτόν» μέχρι που είναι οι δυνατότητες του Αγγελοκάστρου. Έτσι σε μικρό διάστημα έφερε τ’ όνομά του να φιγουράρει στους μεγαλοπαράγοντες του ποδοσφαίρου της Αιτωλοακαρνανίας, και τον Αχελώο να εμπνέει σεβασμό στα ποδοσφαιρικά στέκια του νομού. Πέτυχε το σκοπό του και τους στόχους που είχε βάλει και καλά έκανε. Όμως όπως κατ’ ίδιαν μου εξομολογήθηκε, το τίμημα ήταν βαρύ. «Δεν βρήκα μου είπε και την συμπαράσταση και βοήθεια που περίμενα, και είχα υπολογίσει, ανέβασα πολύ το παραδέχομαι το «μπάτζετ» της ομάδας, και τώρα δεν έχω δυνατότητες άλλο πια να προχωρήσω».
Επειδή όμως ο Πάνος πάνω απ΄όλα είναι σοβαρός και τίμιος, ιδού η σοβαρότητά του. Δεν πρόκειται να αποφασίσει μόνος του. Όπως αναφέρει στην δήλωση του,- σε πληθυντικό που εκπέμπει μεγαλείο - «επιφυλασσόμαστε να συγκαλέσουμε τη γενική συνέλευση του συλλόγου, και να συζητήσουμε ακόμα το ενδεχόμενο απόσυρσης της ομάδας από τις διοργανώσεις. Έχουμε όλοι ρόλο σε αυτή την προσπάθεια που λέγεται ΑΧΕΛΩΟΣ. Ο φίλαθλος του χωριού πρέπει να παίξει ρόλο και να μην απουσιάζει από τις εξελίξεις, αυτοί που μπορούν και "μιλάνε" ακόμα με την ψυχή τους για τον Αχελώο, ο καθένας μας, ο γείτονας ο φίλος».
Μερικοί κάτω στο χωριό ισχυρίζονται πως είναι αργά πια, κι ότι ο Κουτούμπας έχει πάρει από καιρού απόφαση ν’ αποχωρήσει. Ενδεχομένως να έχουν δίκιο. Εγώ όμως δεν προείδα κάτι τέτοιο. Πρέπει να κάτσει να δώσει και τη τελευταία μάχη για να μην χαρίσει με ευκολία αυτά που με τόση προσπάθεια οικοδόμησε. Ας κάνουμε μία τελευταία προσπάθεια. Υπάρχει, ακόμα, χρόνος για να μη γίνει ο ΑΧΕΛΩΟΣ πάλι έρμαιο στα χέρια κάποιου λαμόγιου...
Μπούτιβας Κώστας. Καστρινός.

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΨΗΤΟΥ ΑΡΝΙΟΥ.

- Χριστός Ανέστη! Χρόνια πολλά!
- Αληθώς Ανέστη!
- Πώς τα πέρασες μάστορα;
- Καλά ρε μικρέ.-Λαμπριάτικα.
- Δηλαδή;
-Τι δηλαδή! Όταν λέμε Λαμπριάτικα, εννοούμε Πασχαλινά!
- Αρνάκι στο σουβλί και τα λοιπά, δηλαδή;
- Όχι, «μπακακάκια» στο ταψί!... Τι λες ρε μικρέ; Για βάλε με το μυαλό σου πώς είναι ένα Ελληνικό Πάσχα στο χωριό. Έτσι ακριβώς! Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο! Αυτό εννοούμε Λαμπριάτικα. Όπως πέρσι, όπως πρόπερσι, όπως πάντα!
- Δηλαδή γερές «μάσες» μετά άφθονου ποτού, όλα κανονικά.
- Κανονικότατα! Διότι ο Έλληνας, όπως ξέρεις καλά, δεν βάνει αφέντη στο κεφάλι του τέτοιες μέρες. Όταν είναι να κάνει κάτι για την καλοπέραση του, θα το κάνει. Δεν πα να χτυπιούνται όλες οι «Κάργες» και τα πάσης φύσεως παπαγαλάκια. Θα κατεβάσει και το τσιπουράκι του, θα γυρίσει και τον οβελία του, θα …ξεκοκαλίσει με τα δάχτυλά του την πέτσα πάνω απ’ το σουβλί. Και δεν πα να απαγορεύονται τα εντόσθια. Το κοκορέτσι θα μπεί στην ψησταριά πρωί-πρωί.
- Είχε κόσμο στο χωριό;
- Αν είχε λέει! Είχαν να δουν τέτοια πανηγύρια τα μαγαζιά πολύ καιρό.
- Και που τα βρήκαν τα λεφτά;
- Ξέρω εγώ; Τα κρατούσαν για …μια ώρα ανάγκης. Σου λέει, θα αφήσω το Πάσχα να φύγει ασούβλιστο; Αποκλείεται. Δεν πα να χτυπιέται όσο θέλει ο Στουρνάρας η Αγγέλα, και ο άλλος εκείνο το «σημάδι» ο Σόιμπλε, ντε! Θα βγω και θα κάνω αντίσταση! Η επανάσταση του ψητού Αρνιού!
- Ε! Αφού βγήκαν και είπαν κι όλα, ότι η Ελλάδα είναι σε καλό δρόμο. Κι ότι κάπου φαίνεται και λίγο φως!
- Μην ακούς «μπαρούφες» ρε βλάκα. Αυτά τα λένε για τους άλλους που θέλουν να τα εφαρμόσουν και εκεί. Σου λέει, να η Ελλάδα μπαίνει σε σωστό δρόμο και ψήνει κι αρνιά. Άρα ήταν σωστή η συνταγή εκεί. Μη χτυπιέστε, το λοιπόν. Για ελάτε στο θείο που θέλει να σας πει κάτι στο αυτί!
- Λες;
- Όπως σε βλέπω και με βλέπεις! Και για να μην τους χαλάσουμε το χατίρι, πήραμε αμπάριζα τα χωριά και απολαύσαμε το Ελληνικόν Πάσχα, κι εν πλήρη δόξα και τιμή και την Ανάσταση! Διότι η ζωή συνεχίζεται και πρέπει να συνεχιστεί κι εδώ και αλλού!
- Δηλαδή όπως τα λες, θα πάμε και διακοπές το καλοκαίρι;
- Όπως σε βλέπω και με βλέπεις! Στο είπα και παραπάνω: Ο έλληνας όταν είναι να κάνει κάτι για την καλοπέραση του, θα το κάνει. Και καλά κάνει. Η φτώχια θέλει καλοπέραση μικρέ. Κάτι ξέρει ο σοφός λαός που έχει αυτή τη φράση ψωμοτύρι.
Μπούτιβας Κώστας – Καστρινός.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Η καρδιά και οι νόμοι.


     (Σχόλιο του Ευθ. Πριόβολου σε μια θυμωμένη γραφή)
Ενδέχεται η οξύτητα και η θυμωμένη γραφή του Κώστα Μπούτιβα να παρασύρουν τον ανυποψίαστο και βιαστικό αναγνώστη σε λάθος εκτίμηση και συμπέρασμα για το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε. Αν αγνοεί κανείς και κάποιες παραμέτρους του θέματος, που λέγεται «Αγγελοκαστρίτικο μοναστήρι», σίγουρα δεν θα κατανοήσει και δεν θα εκτιμήσει σωστά το ύφος και το ήθος των όσων γράφει ο Μπούτιβας.
Προσωπικά δεν με ξενίζουν αυτά που καταγγέλλει. Όχι γιατί δεν είναι σοβαρά, είναι και παραείναι. Δεν με ξενίζουν γιατί είναι συμπεριφορές που θεωρούνται καλές κι αρμόζουσες από αυτούς που τις σκέφτηκαν και τις έπραξαν, και αυτονόητες για όσους τις αποδέχτηκαν και τις υπηρέτησαν χωρίς κανένα προβληματισμό. Αλλά, για να γίνω κατανοητός, μπαίνω στο προκείμενο.
Αποφασίστηκε να μην κατέβει την Μεγάλη Παρασκευή ο επιτάφιος στο χωριό, όντως ύστερα από πολλά χρόνια. Δεν γνωρίζω τίνος σκεπτικό και απόφαση ήταν. Ειπώθηκε ότι η κάθοδος του επιταφίου στο χωριό ήταν αντικανονική, δηλαδή πέρα και έξω απ’ τους κανονισμούς που διέπουν ένα μοναστήρι. Σίγουρα τη λειτουργία ενός μοναστηριού και τη μοναχική ζωή διέπουν κανόνες και αρχές, παμπάλαιες στην ιστορία του μοναχικού βίου, που άλλο σκοπό δεν έχουν, παρά να θέτουν εκείνες τις προϋποθέσεις, υλικές και πνευματικές για την άσκηση των μοναζόντων και των μοναζουσών. Έπρεπε, λένε, αυτό το έθιμο να σταματήσει και η αρχή έγινε φέτος. Πόση δύναμη, αλήθεια, θα είχε αυτό το επιχείρημα, αν αυτοί που το προβάλλουν είχαν την ίδια ευαισθησία και για άλλα θέματα, ουσιώδη, των μοναστηριακών κανόνων… Αυτό το όψιμο ενδιαφέρον για τους κανονισμούς του μοναστηριού πού ήταν, όταν πρόσφατα το μοναστήρι αυτό το κατέφαγαν οικονομικά μοναχές από την Πεντέλη; Πού ήταν τότε οι ευαισθησίες για τους κανονισμούς σε εκείνο το μεγάλο φαγοπότι; Καταγγείλαμε το μεγάλο σκάνδαλο, δημόσια, επώνυμα και υπεύθυνα, με έγγραφα, αναρτημένα σ’ αυτήν εδώ την ιστοσελίδα, μα κανένας, στο αγαπητό μας χωριό, δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Απευθυνθήκαμε ανοιχτά σε όποιον αγαπάει το μοναστήρι, σε κάθε Αγγελοκαστρίτη και Αγγελοκαστρίτισσα, σε κάθε φίλο και φίλη της μονής, μα κανένας… Ζητήσαμε από την Δημοτική αρχή να της παράσχουμε επίσημη ενημέρωση για όσα έγιναν, προκαλούσαμε συνέχεια με τη δημοσίευση εγγράφων που αποδείκνυαν τις μεγάλες παρανομίες, μα κανένας… Κι ας διάβαζαν εκατοντάδες τις αναρτήσεις μας, κι ας μας κάλεσε η μητρόπολη και μας διαβεβαίωσε ότι όλα θα ερευνηθούν, κι ας ενόχλησε τον Μπούτιβα, τον μόνο συνοδοιπόρο σε αυτόν τον αγώνα, ξένος μητροπολίτης, θέλοντας να μάθει τι συμβαίνει στο Αγγελόκαστρο. Ε, λοιπόν, κανένας Αγγελοκαστρίτης δεν έστειλε ένα σχόλιο, δεν είπε κάτι, δεν ενοχλήθηκε… Προκάλεσα να με μηνύσουν, δεν τόλμησαν, γιατί γνώριζαν και κατάλαβαν (απ’ τα έγγραφα που έβγαζα στο φως) ότι κατέχω όλο το αρχείο του μοναστηριού εκείνης της αμαρτωλής περιόδου. Αλλά ας μη συνεχίσουμε το θέμα, γιατί στεναχωράει… Αν παρασύρθηκα, παρασύρθηκα για την όψιμη ευαισθησία που επιδείχθηκε τώρα για τους κανονισμούς… Θα μπορούσε το θέμα να συζητηθεί περισσότερο, επικοινωνιακά να υπάρξει καλύτερος χειρισμός, γιατί,, πώς να το κάνουμε, κόβεις απότομα μια παλιά συνήθεια μιας κοινότητας ανθρώπων, κλπ. κλπ. Όχι όμως επικαλούμενος τους κανονισμούς, γιατί άμα τα βάλουμε κάτω με κανονισμούς, είπαμε, πάει μακριά το θέμα.
Όμως μια απαραίτητη και σημαντική διευκρίνιση: Τίποτε από όλα αυτά δεν αφορά και δεν αγγίζει τις δύο τωρινές μοναχές του μοναστηριού μας. Είναι αγαθές ψυχές που δεν έχουν καμία σχέση με το αμαρτωλό παρελθόν της μονής.
Όσον αφορά τη δεύτερη καταγγελία, δηλαδή ότι ορίστηκαν από μέρες «οι πιστοί» που θα μεταφέρουν τον επιτάφιο - έτσι γράφτηκε σε πρόγραμμα ακολουθιών που εκδόθηκε και διανεμήθηκε - έχω την αθωότητα να πιστεύω ότι το έκαναν αυτό για λόγους ευταξίας κατά την ιερή ακολουθία. Γιατί, αν δεν συμβαίνει αυτό, πρόκειται για φοβερό, εωσφορικό, αμάρτημα. Ποιος είναι αυτός ή αυτοί που κρίνουν ποιος είναι πιστός ή όχι, άξιος ή ανάξιος; Μόνον ο Θεός! Αντικαθιστούν το Θεό; Μη γένοιτο! Αν δηλαδή πήγαινε κάποιος χριστιανός, μέσα στην αμαρτωλότητά του, να αγγίξει, να κρατήσει λίγο το κουβούκλιο του επιταφίου, έτσι σαν προσευχή, σαν κίνηση βαθύτατου σεβασμού, σαν άντληση παρηγοριάς και δύναμης στη ζωή του, θα τον απέτρεπαν; Θέλω να πιστεύω ότι επρόκειτο για λάθος διατύπωση, από βιασύνη και επιπολαιότητα, που, να όμως, δημιούργησε παρεξηγήσεις. Αν δεν ήταν λάθος, ο Θεός να βάλει το χέρι του…
Τέλος πάντων, μέρες που είναι, ας δώσουμε ένα τέλος. Θα μπορούσε να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις και οι παρερμηνείες. Όλα συζητούνται και για όλα υπάρχει λύση και τρόπος, πόσο μάλλον για θέματα που αφορούν το πολύπαθο μοναστήρι μας. Με ανώνυμες κραυγές, δεν βγαίνει τίποτα, απλά γιατί δεν είναι φωνές και διάλογος, είναι κραυγές. Με επικρίσεις και κατακρίσεις, πάλι δεν βγαίνει τίποτα, αν μετά την κριτική μας δεν ακολουθούν προτάσεις και, βέβαια, συμμετοχή και προσπάθεια προσωπική για τη θεραπεία ενός προβλήματος. Απ’ την καρέκλα του σπιτιού μας ή του καφενείου και εκ του ασφαλούς όλοι γνωρίζουμε τα πάντα. Από κοντά τι γίνεται, προσωπικά, επώνυμα και με καλή διάθεση.
Γι’ αυτό φίλε Κώστα, εσύ συνέχισε να γράφεις. Προτιμούμε την οργή και το θυμό της καρδιάς, που καμιά φορά είναι συναισθήματα κατάφορτα από δίκαιο, αγανάκτηση και πίκρα, πέρα για πέρα ανθρώπινα, παρά την επιλεκτική επίκληση κανονισμών, τύπων και διατάξεων που σκιάζουν την ουσία, δηλαδή κρύβουν «τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον», που θεόσδοτα, όλοι ανεξαιρέτως, έχουμε μέσα μας.
Χριστός Ανέστη!  Ευθύμιος Πριόβολος.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

ΩΣ ΠΟΤΕ «ΘΕΟΜΠΑΙΧΤΕΣ» ΘΑ ΛΕΗΛΑΤΕΙΤΑΙ ΤΑ ΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΕΡΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ.

Χτυπάει πένθιμα η καμπάνα του Μοναστηριού, και θα χτυπάει πένθιμα όλη μέρα. Και θα χτυπάει πένθιμα τη κάθε μέρα πια για μας.... Μέχρι να πούμε κάποτε «φτάνει ως εδώ» και ν’ ακουστεί επιτέλους ένα μεγάλο «έλεος πια» απ’ το λαό, έγραφα χθες για τη θλιμμένη - τη μεγάλη Παρασκευή. Κι ήρθαν οι «Ρασοφόροι» πριν «αλέκτορας λαλήσει» για να με κάνουνε προφήτη που δεν είμαι.
Εκείνοι με τα μαύρα ράσα οι υποκριτές, που υπηρετούνε λένε τη θρησκεία. Που έκαναν κράτος και τσιφλίκι τους, τον Παντοκράτορα, το Άγιο κι ιερό μας μοναστήρι, και παίρνουνε αρχή και εξουσία απ’ την αθλιότητα, να κουμαντάρουνε τον επιτάφιο του Χριστού. Οι «γραμματείς και οι φαρισαίοι» των γραφών που έλαχε να τους ζούμε και στις μέρες μας. Που σαν να μην έφτανε που καταργήσανε έθιμα του χωριού παμπάλαια, με το να μην γίνει η περιφορά του επιταφίου στο χωριό, Βγάλανε και φιρμάνι μες την αθλιότητά τους, για το ποιος είναι ικανός τον επιτάφιο να σηκώσει. Ντροπή και αίσχος «ιεροεξεταστές».
Δεν σας βαραίνουνε τα μαύρα ράσα που φοράτε με τέτοιες πράξεις ανορθόδοξες, η μήπως τις καλύψετε κι αυτές, με μακριούς σταυρούς και «κομποσκοίνια»; Η πίστη του Αγγελοκαστρίτικου λαού προς τον «Αφέντη του τον Παντοκράτορα» χρόνια φωλιάζει στην καρδιά του. Κι ο επιτάφιος που δεν κατεβάσατε εσείς, έκανε όλη νύχτα περατσάδα, μέσα στους δρόμους του χωριού. Όπως θα κάνει σ΄όλων τις καρδιές Ανάσταση. Αν με «φιρμάνι» δεν την καταργήσετε κι αυτήν.
Ο δούλος του Θεού - όχι δικό σας -Καστρινός.


Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

ΟΙ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΙ.

« Η ΑΔΙΚΙΑ » λάδι σε μουσαμά 70Χ100.

          ΟΙ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΙ.


Μεγαλοβδόμαδο σε ανυπόφορη σιωπή

κι η πίκρα να σκαλώνει απ' το φεγγίτη,

δεν έχει λόγια ο Απρίλης να σου πει

κραυγή έγιναν τα πάθη του πλανήτη.


Kάτι υπολείμματα ζωής, απατηλά

πεθαίνουν στων ονείρων μας την κοίτη,

γύρω όλα μαύρα, γκρίζα και θολά

ερείπιο ανθρωπιάς το κάθε σπίτι.


Μην πεις ποτέ ξανά για κάποια Ανάσταση

γι' αποκαθήλωση από τούτο το μαρτύριο,

για μας τελείωσε κι ετούτη η παράσταση

ξίδι μας δώσαν και χολή και δηλητήριο.


Μεγάλη Πέμπτη μ' ανυπόφορη σιωπή

στο Γολγοθά του ο καθ' ένας ανεβαίνει,

εδώ « Τειέλεσται» από καιρό έχουμε πει

είναι πολλοί σ’ αυτή τη χώρα οι σταυρωμένοι.

Καστρινός.