Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

ΦΩΝΕΣ.


Το χρονογράφημα του Σαββάτου.
Αμαρτία εξομολογούμενη, αμαρτία ουκ έστι. Το λένε ρητά και οι γραφές. Εξ άλλου τι φταίω εγώ που το τροχόσπιτο βρίσκεται μπροστά- μπροστά κάτω στη θάλασσα και κατεβαίνουν όλοι εκεί, που έρχονται τα κύματα της τηλεφωνίας για να δροσιστούνε, και πιάνει καμπάνα το κινητό. Σβήνω το φώς για να μην φαίνομαι το βράδυ και κάθομαι στο μισοσκόταδο και κρυφακούω; Γιατί δηλαδή εσύ τι θα’κανες ; Θα διέκοπτες με την παρουσία σου το ύψιστο αγαθό της επικοινωνίας.
Φωνή βαριά, χοντρή, έξω από σταματημένο  πριν λίγο αυτοκίνητο με σβηστά τα φώτα.                                                   -Ναί…. ναί αφού σου λέω. Τι θέλεις τώρα. Λίγο πριν φτάσω με πρόλαβε στο δρόμο. Ωχ καημένη κι εσύ… Τι να’κανα. Γυρίζω πίσω. Θέλει παρέα λέει να πάει στο Καζίνο. Αφεντικό είναι τι να ’κανα. Θα μ’ έβαζε στο μάτι αν αρνιόμουνα. Τρείς ώρες μωρέ μονάχα το πολύ. Έλα γειά σου μωρό μου.
Η ίδια φωνή μετά ένα λεπτό, μάλλον σε άλλο αριθμό.              
-Ναι αγάπη μου…Το κόλπο έπιασε. Να ’ναι καλά και το Καζίνο. Ε! Δεν ξέρεις τι ενοχλητικό ζώο είναι; Έλα θα περιμένω στη στροφή. Βαλε κι εκείνο το καλό το φουστανάκι που μ’ αρέσει, ξέρεις εσύ. Ναι αγάπη μου, ότι θέλεις. Αφού γνωρίζεις δεν σου χαλάω χατίρι εγώ. Μάκια…. τα λέμε. Το αμάξι κάνει στροφή και φεύγει αθόρυβα στη νύχτα όπως ήρθε.
Ψιλή φωνή σε λίγη ώρα, κρυμμένη πίσω απ’ την πικροδάφνη.                                                                                     -Έλα μωρό μου. Μπα…πως το’ παθες και με κατάλαβες. Έλα σου έχω μεγάλο νέο και καλό. Ετοιμάσου για έξοδο απόψε. Ε! ναι τώρα πότε του χρόνου; Ο άντρας μου; Γύρισε πίσω. Τ’αφεντικό του ήθελε παρέα για το Καζίνο στο Λουτράκι απόψε. Ναι γλυκέ μου, κάπου εδώ κοντά όμως. Να μην αργήσουμε, διόμισι- τρεις ώρες το πολύ. Κορνάρισε θα βγω πιο πέρα.
Φωνή μέτρια μπάσο κάτω απ’ το αρμυρίκι.
-Έλα Μητσάρα. Μιλάω ελεύθερα; Ο Στέλιος είμαι. Θέλω βοήθεια αδερφέ. Ναι το πρόσωπο. Ο σύζυγος; Καζίνο απόψε. Μήτσο δεν έχω μία, και είναι απόλυτη ανάγκη, με καταλαβαίνεις. Όχι πολλά. Κανένα εκατοπενηντάρικο. Ναι αδερφέ Δευτέρα τα έχεις. Έρχομαι τώρα να τα πάρω από κει.
Σε λίγο ίδια φωνή, τηλέφωνο νούμερο δύο.                              
-Ταβέρνα το Πεύκο; Έλα Νίκο, ο Στέλιος από απέναντι είμαι. Ξέρεις τι θέλω: εκείνο το τραπέζι τ’ απομονωμένο στη γωνιά. Κράτατο αγκαζέ. Σ’ένα μισάωρο είμαι εκεί. Εκείνα τα χρωστούμενα; Έγινε φίλε θα τα βρούμε. Τα λέμε από κοντά Νικόλα.
Η ψιλή γυναικεία φωνή, πάλι κρυμμένη πίσω απ’ την πικροδάφνη σε κάνα τέταρτο.                                                      -Έλα Λία. Άκου Λιάκι…απόψε παίζαμε μπιρίμπα στο τροχόσπιτό σου ως αργά. Έλα καημένη άμα το φέρει αύριο η συζήτηση που δεν πιστεύω. Θα σου τα πω αύριο. Είναι να χάνεις τέτοια ευκαιρία; Όχι χρυσή μου εδώ κοντά.
Φωνή νευριασμένη με αγανάκτηση. Ο τύπος που είχε απλώσει τα καλάμια του, και ψάρευε απ’ το σούρουπο εδώ μπροστά.                                                                                           -Ακόμα κι εκτός υπηρεσίας γαμώ την τύχη μου. Αφήστε με μια φορά να ησυχάσω. Τι θα πει ότι έτυχε να είμαι εδώ κοντά. Φταίω εγώ που δίνω ραπόρτο που θα βρίσκομε. Ούτε ένα χόμπι με την ησυχία μου, λες και μας δίνουν τα πολλά λεφτά. Γαμώ την αστυνομία μου γαμώ. Χαλάει το μαγαζί είπες; Βρήκε αυτός τη γυναίκα του με άλλον κι αυτή τον άντρα της με άλλη; Μύλος και αχταρμάς; Πέφτουν και καρεκλιές; Καλά τα μαζεύω και πάω. Ταβέρνα ο πεύκος είπαμε;
Φωνή αγουροξυπνημένη του γείτονα απ’ το διπλανό τροχόσπιτο μέσα στη νύχτα.                                                         -Κώστα. Ε! Κώστα. Ασθενοφόρο ήτανε αυτό που ακούστηκε; Που διάολο  πάει τέτοια ώρα;                                                       
-Πάρε τη μπουκάλα με το ούζο κι έλα, άμα θέλεις για να μάθεις.
Νυχτερινό κουτσομπολιό; Ε όχι και κουτσομπολιό… Κοινωνική ανάλυση μετά παραθαλάσσιας ουζοποσίας, εν μέσω εαρινής νυκτός.
Μπούτιβας Κώστας.- Καστρινός

Δεν υπάρχουν σχόλια :