Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΤΣΙΚΝΙΖΟΝΤΑΣ.


Πρώτον και κύριο γιατί να είναι Τσικνοπέμπτη και όχι Τσικνοσάββατο.. Άντε τώρα να’ χεις φάει τον αγλέορα, να χεις πιει ένα ντενεκέ κρασί και να πάς κανονικά στη δουλειά το πρωί, κάνοντας ράλι μες την Πειραιώς για να προλάβεις πριν φτάσει πρώτη η τσικνισμένη φάτσα του αφεντικού. Αυτά σκεφτόμουνα ανάβοντας στο μπαλκόνι την ψησταριά με το στομάχι να βαράει βαβουζέλα, ανάβοντας πρώτα κάτι καντήλια, γιατί τα κάρβουνα που είχα πάρει απ’ το Μίτσουλα, ήταν αυτό που λένε «να καούν τα κάρβουνα» Ε! αυτό ακριβώς έκαναν ετούτα δω. Μ’ αλλαξοπίστησαν μέχρι ν’ ανάψουν, και μόλις άναψαν, γινόταν στάχτη ακαριαία. Κάποια στιγμή έγινε μια θράκα αξιοθρήνητη , κι άρχισε η ''ψηστοκυρά'' τα τουμπαρίσματα ενώ μέσα η ''τηγανοκόρη'' πάνω απ’ τη γυαλοκέρατη, φριτέζα τηγάνιζε πατάτες... Τι τις θες τις πατάτες, πήγα να πω γαμοσταυρίζοντας τον υπολογιστή που κόλλαγε, τόσα κρέατα έχουμε. Τι το 'θελα; Και πως θα κατεβούν λεβέντη μου τα κρέατα ξερά; Στο λαιμό θα μας κάτσουν. Ήρθε και ο υιός και επιτέλους, όλα είναι έτοιμα. Εγώ στο μεταξύ, έχω φάει τη φέτα κι έχω τσακίσει ένα μισόκιλο κρασί.. Τα πιάτα έρχονται στο τραπέζι, κι απ’ τα ηχεία του υπολογιστή ακούγεται ο Καρναβάς. «Παρήγγειλα στου γάμου σου να φέρουνε λουλούδια». Χαμήλωσε το λίγο ρε άνθρωπε. Θα σου φέρει ανθοδέσμη το εκατό. Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια. Αϊντε και του χρόνου πάλι όλοι μαζί... κάνουμε επιθεση στα παϊδάκια, Ξανατσουγκρίζουμε. Ξαναευχόμαστε. Πολύ άνοστη όμως ρε παιδιά η Τσικνοπέμπτη εδώ, αλλιώς κάτω στο τζάκι στο Αγγελόκαστρο.
Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :