Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

ΑΚΟΥ ΑΡΧΙΤΣΟΓΛΑΝΕ. (Επετειακό)

Άκου αρχιτσόγλανε....
Ξέρω πως δεν με ξέρεις. Μα σε βλέπω όμως εγώ καλά μέσα απ’ την γυαλί της τηλεόρασης. Μού μένει χαραγμένη στο μυαλό μου η κουκούλα σου.
Και δεν έχεις καμία σχέση εσύ από τις φωτογραφίες που είχα κόψει από μια εφημερίδα, στις εσωτερικές του τετραδίου μου σελίδες, και τις κοιτούσα με μεγάλο θαυμασμό. Και τις κουνούσα αργότερα στις διαδηλώσεις της επαρχιακής μου πόλης, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, φωνάζοντας πως «το Πολυτεχνείο ζει» και «δώστε τη χούντα στο λαό».
Μου ’λεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου «Θεός σχορέστη» όταν αργούσα κάποια βράδια τότε απ’ τα συλλαλητήρια, τι θες εσύ εκεί παιδάκι μου, όλοι αυτοί για το συμφέρον τους φωνάζουν. Κι εγώ της έλεγα με την ορμή της νιό της μου: Τι λες ρε μάνα, κοίταξε τη καπνόριζα εσύ.
Άκου ξεπουλιμένε αρχιτσόγλανε. Πριν λίγα χρόνια σ’ είχα ανταμώσει εκεί στον ιερό το χώρο του πολυτεχνείου, που σαν επιτροπή του κόμματός σου κατέθετες στεφάνι. Ξέρω πως φέτος δεν θα ’ρθεις. Μα επειδή το θράσος σου είναι μεγάλο εγώ απ’ αύριο το πρωί θα στήσω καραούλι εκεί. Να ξεσκεπάσω τον ύποπτο ξεπουλημένο ρόλο σου , για να σου βάλω το στεφάνι που θα καταθέσεις «εκεί που ξέρεις», ψευτομπουλούκι του κερατά. Και να αφήσω εκεί στον τόπο της θυσίας το παρακάτω ποίημα μου, για τους γνήσιους αγωνιστές.
ΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ.
Κοιτάζουν οι αγωνιστές θλιμμένοι από μια άκρη
αυτοί που 'κάναν κάποτε σημαία την ιδέα,
πνίγουν μέσα στ' απόβραδο το παγωμένο δάκρυ
γιατί όλα αυτά τους φαίνονται ψεύτικα και χυδαία.

Μένουν εκεί σιωπηλοί μες τη σκιά των άλλων
σέρνονται οι ιδέες τους καταμεσής του δρόμου,
δελτία αντιπαροχής γίναν κάποιων ΄΄μεγάλων΄΄
κι αναπολούνε τη νυχτιά του μίσους και του τρόμου.

Τους είδα άλλη μια φορά κλεισμένους εκεί μέσα παρείσακτους κι ανώνυμους ονείρων δεσμοφύλακες,
να λεν σε τούτη τη ζωή πως δεν υπάρχει μπέσα
την εξουσία θα κρατούν πάντοτε χωροφύλακες.

Τους είδα άλλη μια φορά, αλλόφρονες κι ωραίοι
στρατιώτες που στηρίξανε του δίκιου το βασίλειο.
Η λευτεριά και η αρχοντιά στο αίμα τους να ρέει
ν' ανοίγουν το πουκάμισο, και ν'αγναντεύεις ήλιο.
Μπούτιβας Κώστας – Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :