Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ .

Βράδυ, όπως όλα τα Χειμωνιάτικα τα βράδια, κρύο, υγρό και παγωμένο. Ένα παγκάκι ξύλινο στη μικρή πλατεία λίγα μόλις μέτρα πιο πίσω απ’ τη προκυμαία του Λιμανιού. Κι ένας ακόμα άστεγος λίγο ακαθορίστου χρώματος στο μισοσπασμένο παγκάκι αραχτός, δίπλα από ένα τεράστιο χαρτόκουτο. Κάνα δυο τσιγάρα χύμα στην τσέπη, κι ένα στο στόμα αναμμένο βοηθάει στην ονειροπόληση. Βλέπεις κι άστεγοι κάποτε ονειροπολούν. Τ΄αστέρια πάνω στο ουράνιο στερέωμα, παγώνουν μέσα στα ψυγεία του σύμπαντος, κι ο τροχονόμος στο φανάρι, βρίζει γιατί του πετσοκόψαν κι άλλο το μισθό.
Ο άστεγος έφαγε μια κρύα μακαρονάδα απ’ το συσσίτιο της Μητρόπολης, στο υπόγειο του ναού της Αγίας Τριάδας. Δε χόρτασε όμως, γιατί οι άστεγοι που σέβονται τον εαυτό τους, δεν τρων ποτέ τόσο πολύ ώστε να χορτάσουν. Ούτε νυστάζει. Οι άστεγοι δεν νυστάζουνε τη νύχτα. Έτσι απλά κάνει όνειρα ξύπνιος, όπως κάνουν όνειρα όλοι οι άνθρωποι, ακόμα κι εκείνοι που δεν είναι άστεγοι. 
Βαπόρια πάνε κι έρχονται συνέχεια. Τίνος να είναι όλα ετούτα τα παπόρια; συλλογιέται. Δε γίνεται κάποιος θα τα’ χει όλα αυτά, θα τα κάνει κουμάντο και θα κονομάει. «Φέρτε το χρήμα μόνο κόσμε, κι εγώ σας πάω όπου θέλετε». Το παίρνει το παραδάκι ο Βαποράτος και γεμίζει καθημερινά τη πορτοφόλα του. Εγώ δεν ήθελα να έχω βαπόρια σκέπτεται. Να ’χα μονάχα ένα «εικοσάευρο» τη μέρα. Να ’βρισκα το πρωί στο χαρτοκούτι κάθε μέρα ένα μπλε όμορφο εικοσάευρο. Και κατά πρώτον θα’ χα δωμάτιο και κρεβάτι, να μην τη βγάζω όπως τώρα εκστρατεία. Μετά ένα χοντρό «μπουφάν» που άνοιξε «φεγγίτες» τούτο δω. Φαί, τσιγάρα, και κρασάκι. Τίποτε άλλο. Μονάχα ετούτα δω . Μεγάλη υπόθεση το εικοσάευρο. Πάρτε τα όλα τ’ άλλα εσείς. Βαπόρια, τραίνα κι αεροπλάνα.
Ο κουστουμάτος κύριος και η κυρία με τη γούνα, αργήσανε απόψε στο «σουαρέ» επάνω στο χλιδάτο κότερο. Περνάνε ανοιχτά απ’ το παγκάκι. Βλέπουν τον άστεγο και παίρνουν προφυλάξεις.
-Κάνε από δώ Ελισάβετ. Δεν ξέρεις καμιά φορά. Αυτοί δεν το’ χουνε σε τίποτα να σου αρπάξουνε τη τσάντα.
-Ε όχι ρε κύριε! Η κρίση μ’ έφερε σε τούτη τη κατάντια και κάτι σαν εσάς που μας την φόρτωσαν, και με κατάντησε έτσι άστεγο. Ποτέ όμως δεν θα με κάνει αλήτη και ληστή.
Ήταν τα μόνα λόγια που είπε απόψε σ’ άνθρωπο, ο άστεγος του λιμανιού. Βράδυ όπως όλα τ’ άλλα τα Χειμωνιάτικα τα βράδια. Στο έμπα του λιμανιού, κάποιο βαπόρι έκανε σινιάλο.
Μπούτιβας Κώστας - Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :