Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

ΠΕΣ ΜΑΣ ΛΑΖΑΡΕ ΤΙ ΕΙΔΕΣ…

Το χρονογράφημα του Σαββάτου.
Κάθε χρονιά η ίδια « ευλαβική» διαδικασία μετά το σχολειό, τ’ απόγευμα της Παρασκευής, παραμονής του Λαζάρου εκείνα τα χρόνια κάτω στο χωριό. Όλοι στο πόδι μικροί και μεγάλοι να φτιάξουν το Λάζαρο. Χοντρά και σκληρά καλάμια, για να γίνει ο σκελετός. Ένας καλαμένιος σταυρός με το κάτω άκρο του πιο μακρύ. Κι έπειτα οι τρύπες στα πλάγια για να μπούν τα μικρότερα ψιλοκομμένα καλάμια που θα κρατούν τα πλεγμένα «βάγια», που αργότερα θα καλυφτούν με ένα λευκό πανί «μπελονιασμένο» γύρω- γύρω που συμβολίζει το «Σάβανο» του νεκρού Λάζαρου. Σ’ αυτό το πανί αργότερα θα ράβονταν ένας μαύρος σταυρός που θα περιβάλλονταν από καρφιτσωμένα λουλούδια, κυρίως μοβ βιολέτες. Για να κρεμαστούν αργότερα τα κύπρια (μεγάλα χάλκινα γιδοκούδουνα) και διάφορα άλλα κουδούνια. Το Σαββατιάτικο πρωινό του Λαζάρου αντιλαλούσε όλο το χωριό από παιδικές φωνές και κουδουνίσματα καθώς τα παιδιά γύριζαν παρέες- παρέες στα σπίτια και τραγουδούσανε την Ανάσταση του Λαζάρου, κρατώντας το ανθοστόλιστο ομοίωμα με τα κρεμασμένα κουδούνια.
Σήμερα έρχεται ο Χριστός Επουράνιος Θεός
και στην πόλη Βηθανία Μάρθα κλαίει και Μαρία.
Λάζαρο τον αδερφό τους Φίλο και αγαπητό τους.
Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη που επήγες;
Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι,
το φαρμάκι των χειλέων ,και μην με ρωτάτε πλεόν.
Οι παλιότεροι λέγανε ότι το έθιμο ετούτο με τα Λαζάρια και τα κουδούνια στον τόπο μας είχε επικρατήσει απ’ την έξοδο του Μεσολογγίου. Είχαν προγραμματίσει λέει οι δημογέροντες και οι οπλαρχηγοί πριν ξεκινήσει η έξοδος να αιφνιδιάσει τους Τούρκους απ’ τα νότα τους ο Καραϊσκάκης. Όμως εκείνο το βράδυ ο φιλάσθενος Στρατηγός αρρώστησε πάλι, κι έμεινε στο κρεβάτι ψηλά στα χωριά του Θέρμου. Έτσι οι κάτοικοι των γύρω χωριών αποφάσισαν να κάνουν οι ίδιοι τον αντιπερισπασμό «αιφνιδιάζοντας τον οχτρό» για να μπορέσουν οι πολιορκημένοι να βγουν απ’ την πόλη. Μάζεψαν τα κύπρια απ’ τα γίδια και τα κουδούνια απ’ τα πρόβατα, κι αφού τα κρέμασαν σε αυτοσχέδιους ξύλινους σταυρούς, βγήκαν πίσω απ’ τους Τούρκους και κατάφεραν με την «οχλαγοή» να τους αιφνιδιάσουν για λίγο, πριν τους προδώσει ένα τομάρι Ζακυνθινός.
Τη μορφή αυτού του Αγγελοκαστρίτικου ομοιώματος του Λαζάρου όσο κι αν έψαξα δεν την συνάντησα πουθενά αλλού. Είναι κι αυτό ένα απ’ τα χαρακτηριστικά του χωριού μας, που πρέπει να κλειδώσουμε τώρα που όλα χάνονται, βαθιά στην μνήμη μας και στην καρδιά μας.
Μπούτιβας Κώστας – Καστρινός.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Η ΧΟΥΝΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ ΗΤΑΝΕ ΚΑΙ ΘΑ'ΝΑΙ.


Κακό πράγμα η χούντα γενικός... Κι ήρθε και κατσικώθηκε εδώ σ’ αυτή τη χώρα από τότε το 1967 σαν σήμερα 21 Απριλίου κακή ώρα. Και δεν λέει να ξεκουμπιστεί από δω με τίποτα από τότε, εδώ και σαρανταέξη χρόνια τώρα ακριβώς.
Τα βράδια αρχικά θυμάμαι απαγορεύονταν η κυκλοφορία μετά από κάποια ώρα και μετά, και μπορεί να σε «μπουντρούμιαζε» ο Αχιλλέας ο χωροφύλακας άμα κυκλοφορούσες.
Τώρα βεβαία η κυκλοφορία επιτρέπεται όλες τις ώρες. μόνο που δεν κυκλοφοράει κανένας λόγο αφραγκίας.
Η νεογέννητη τηλεόραση τότε, ήταν κατευθυνόμενη, κι έβλεπες μοναχά ότι θελαν οι «χουνταίοι» να δεις.
Τώρα όμως η «γερασμένη» τηλεόραση είναι ελεύθερη και βλέπεις μόνο ότι οι «λαδωμένοι» καναλάρχες θέλουνε να δεις.
Τότε τα λεφτά της χώρας τα χρησιμοποιούσαν για να εξυπηρετήσουν τους "δικούς" τους και την προπαγάνδα τους.
Τώρα βέβαια τα λεφτά του κράτους συμπληρωμένα και με μίζες τα χρησιμοποιούν μόνο για την «πάρτη» τους οι «αρχιξεφτίλες».
Τότε μας κυβερνούσαν αυλοκόλακες και υπηρέτες ξένων συμφερόντων, τσιράκια των Αμερικάνων.
Τώρα μας κυβερνούν υπηρέτες των τραπεζών, αυλοκόλακες των κερδοσκόπων, Τσιράκια πουλημένα των Γερμανών και του κάθε Δ.Ν.Τ.
Τότε ο μεροκαματιαρής έσκυβε το κεφάλι, κι έκανε ότι του πουν για να μη χάσει το ψωμί του.
Τώρα ο μεροκαματιάρης έχει σκυμμένο συνέχεια το κεφάλι γιατί έχει χάσει το ψωμί του από καιρό.
Και το χειρότερο. Tότε δεν μπορούσες να μιλήσεις, κι έπνιγες μέσα σου το μίσος και την οργή.
Τώρα ενώ όλοι μπορούμε να μιλήσουμε, αφήνουμε πάλι τους λαοπλάνους και τα «λαμόγια» να μιλάνε για μας.
Έλεος.
Η χούντα πάντα εδώ ήτανε και θα’ναι. ΩΣ ΠΟΤΕ ΠΙΑ.

Σημείωση: Το κείμενο όπως βλέπεται είναι γραμμένο στις 21 Απριλίου του 2013, και τρία χρόνια μετά τίποτα δεν άλλαξε, το μόνο που χρειάστηκε να προσθέσουμε ήταν και το σημαιάκι του ΣΥΡΙΖΑ στην αρχική φωτο.
Καστρινός.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

ΠΑΡΑΛΙΑ.

Αντί χρονογραφήματος σήμερα:

Στην παραλία και μπαρκάρισα γι' αλλού

το δρομολόγιο της ζωής μ' έχει αποκάνει,

νεκρό κοχύλι ετούτη η χώρα τού γιαλού

πού τα μνημόνια την έχουνε πεθάνει.



Ο ήλιος με κοιτούσε ειρωνικά

κι η μέρα ετοιμάζονταν ν’ αρχίσει,

γελόντας είπε ένα κύμα ηδονικά

η αμαρτίες της την έχουν αφανίσει.



Της τύχης της μετράω τους χρησμούς

σ' ένα γιαλό που έχω σήμερα ξοκείλει,

πλάκωσε νύχτα με πικρούς αφορισμούς

εκεί που πίστευα πως έχει ανατείλει.



Δεν γίναν μου είπε όλα έτσι ξαφνικά

κι αυτή η κουβέντα μ’ έχει στιγματίσει.

Δίπλα η θάλασσα γελούσε ειρωνικά

είπε τη χώρα σας όλοι την έχετε πηδήσει.



Νεκρό κοχύλι μες την άμμο του γιαλού

που τόσο μοιάζεις με το απολίθωμά της,

πες μου ότι όλα ετούτα γίνονται αλλού

και στους αιώνες πως θα ζει το όνομά της.

Καστρινός.
 

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Ο ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ.

Το χρονογράφημα του Σαββάτου. (Από ένα «κουτσομπολιό» με το Θύμιο τον Πριόβολο).
Ο νεαρός επιστήμων είχε πάρει το πτυχίο της σχολής εδώ και δυο χρόνια. Το καμάρωσε , το κορνιζάρισε, το έβγαλε φωτοτυπία και άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Είδε κι απόειδε, δουλειά δεν έβρισκε, κι άρχισε να ρωτάει τον εαυτό του: Τώρα τι κάνω; Μπήκε στο λεωφορείο των μία και μισή από Αθήνα, και έξη η ώρα ήταν κάτω στο χωριό.
Ήταν μια λύση πρακτική. Τα πατρικά χωράφια εξασφάλιζαν και φαγητό και χαρτζιλίκι. Για να ξεχωρίζει απ’ τους «μη επιστήμονες» ξύπναγε αργά, φόραγε ένα κόκκινο φουλάρι, κι έπαιζε μπιρίμπα τις περισσότερες ώρες στο καφενείο. Ο γέρος του, ένας άνθρωπος πνευματικά «ακαλλιέργητος» είχε πολύ κακή ιδέα για τις επιστήμες και τους επιστήμονες γενικός. Γκρίνιαζε και του’ λέγε να πιάσει το τσαπί να δούνε τι θα γίνουνε. Όταν έβλεπε τον επιστήμονα να σουλατσάρει ασκόπως με το κόκκινο φουλάρι σταυρωτά, κούναγε το κεφάλι κι έλεγε: Αυτές «οι καπιστράνες» πήραν τον κόσμο στο λαιμό τους. Καλά όμως που βρέθηκε εκείνος ο «ολίγον βλαχοφέρνων» βουλευτής που υποσχέθηκε προεκλογικά, διαβεβαίωσε μετέπειτα, κι όταν στριμώχτηκε στενά, βρήκε επιτέλους μια θεσούλα σε ιδιωτική εταιρία των Αθηνών έστω με σύμβαση κι αυτή. Πήρε ο επιστήμων μια παλιά βαλίτζα, του βαλε μέσα η μάνα του κάλτσες , βρακιά και μάλινες φανέλες, πήγε και ο πατέρας του στο Αγρίνιο στην τράπεζα και τον «εδάνισε» καμια τριανταριά κολλαριστά καινούργια εκατόεβρα. Γι’ αυτό το δάνειο ήτανε σίγουρος πως «τα ‘φαγε η μαρμάγκα» τα λεφτά, αλλά έκανε πέτρα την καρδιά, γιατί ίσως ήταν η τελευταία του ευκαιρία.
Το λεωφορείο έφτασε στο Κηφισό με καθυστέρηση, αλλά ο επιστήμων ένοιωθε ευτυχισμένος που ξαναγύρισε πρωτεύουσα. Άφησε τη βαλίτζα του σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο κι έπειτα βγήκε να περπατήσει στις μεγάλες λεωφόρους, και να χαζέψει τις βιτρίνες και τις πλατείες με τις καφετέριες. Και η πρωτεύουσα είναι πάντα ζωντανή και όμορφη, μα και ξελογιάστρα και τόπος διαφθοράς για τους πιο συντηρητικούς. Στο χωριό οι γυναίκες πάντοτε περιορισμένες, και τα μόνα θηλυκά που κυκλοφορούσαν ελεύθερα στο κεντρικό δρόμο και στο σκεπασμένο ρέμα- πεζόδρομο, ήταν οι γάτες και οι κότες. Εδώ όμως, να «τσούρμο» της έβρισκες παντού. Ο «τύπος» όμως που πάντα είχε κάποια κλίση στην «ακολασία» και είχε αποκτήσει και τη σχετική πείρα στα χρόνια τα φοιτητικά, από το πρώτο κιόλας βράδυ βρέθηκε με συντροφιά. Κι ήτανε μια χαριτωμένη συντροφιά, μια γραμματέας της εταιρίας που θα έπιανε δουλειά, και που δέχτηκε με ευχαρίστηση και σχετική ευκολία να πιεί το βράδυ μαζί του ένα ποτό.
Στην Αθήνα όλα τρέχουν γρήγορα. Τ’αμάξια, τα λεφτά, και τα αισθήματα. Έτσι δυο μέρες μετά ο επιστήμων αφού «είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα», είχε φιλήσει πολλαπλώς τη γραμματέα, έκανε φιγούρα αφειδώς την οικονομική του επιφάνια που αποτελούνταν τώρα από εικοσιοκτώ πια κολλαριστά εκατόεβρα που είχαν απομείνει. Και στη ζωή, που η πιάνεις τη καλή, η μένεις πάντα αναπληρωματικός στο πάγκο, ο επιστήμων ήταν στη πρώτη τη περίπτωση. Δουλειά, έρωτας, χρήμα σε λίγο χρόνο όλα μαζί, και το «ειδύλλιον» έτρεχε με χίλια, μέχρι που κάποια μέρα φρενάρισε απότομα. Γιατί η κοπέλα ήρθε με δάκρυα στα μάτια ένα απόγευμα.
-Τι! κλαίς; Τη ρώτησε.
Η λεγάμενη δίστασε, αλλά σε λίγο το έσκασε το παραμύθι.
-Ο μπαμπάς διώκεται για χρέη στην εφορία.
-Και είναι πολλά;
-Τρία χιλιάρικα που τώρα δεν τα έχει, και αν τα έβρισκε θα γλύτωνε τη φυλακή.
Πήγε να σκάσει ο επιστήμων ο καλλιεργημένος και ευαίσθητος έτσι όπως τη έβλεπε θλιμμένη. Έβγαλε το πορτοφόλι και της μέτρησε εν ήδη δανείου, εικοσιπέντε ολοκαίνουργια εκατόεβρα. Η συνέχεια τώρα έτρεξε υπερηχητικά. Η κοπελιά εξαφανίστηκε, κι όταν κατάφερε να μάθει το που μένει, έμαθε και τα άλλα τα «καθέκαστα». Ποιος πατέρας; Δεν υπήρχε ούτε πατέρας ούτε τίποτα. Έφυγε νύχτα με το γκόμενο που συζούσε, κι άφησαν πίσω τους τα πάντα απλήρωτα. Κι όχι γραμματέας δεν ήταν αλλά ούτε καθαρίστρια. Μια κολλητή της δούλευε τηλεφωνήτρια στην εταιρία, και έτσι σύχναζε εκεί.

Του επιστήμονα του ήρθε «ο ουρανός σφοντύλι». Και έτσι πήρε τη μεγάλη απόφαση. Πήρε το λεωφορείο, κατέβηκε στο χωριό, έσκισε το άχρηστο πτυχίο, κι έπιασε το τσαπί. Έφτιαξε και «φάρμα» με κουνέλια αργότερα με τον πατέρα του, και όπως λέει ο γέρος πια στα καφενεία τα πάνε μια χαρά, και να ’ναι καλά η πρωτεύουσα που του έβαλε μυαλό. Τριάντα εκατόεβρα μυαλό δεν είναι πολύ όμως για ένα επιστήμονα. Λένε κάτι «καθήκια» στα καφενεία κάτω στο χωριό.
Μπούτιβας Κώστας – Καστρινός.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Ο ΤΕΝΤΖΕΡΗΣ.

Είδα σήμερα μια νοικοκυρά, σκυμμένη στη νησίδα της οδού Πειραιώς κάτι σα να μαζεύει... Τη χάζευα σταματημένος στο φανάρι. Κράταγε μια νάιλον σακούλα , έκοβε τα χόρτα, τα ξεκαθάριζε, και τσούπ, μέσα στη σακούλα. Στην αρχή νόμισα ότι μαζεύει λουλούδια για το βάζο, τόσο μου κόβει, τόσο σκέφτομαι. Η γυναίκα μου με μούντζωσε:                        
-Χόρτα μαζεύει η φουκαριάρα ρε ούφο, δεν έχεις δει ποτέ να μαζεύουνε χόρτα;
Έχω δει. Πως δεν Έχω δει. Κάτω στο χωριό μάζευε η μάνα μου κάτω στα παλιάμπελα καλάθια ολόκληρα. Που μετά μας τα ’βραζε να τα φάμε και γω δε τάθελα, γιατί έλεγα τα κατουρήσανε τα πρόβατα. Ανάποδο παιδί από τότε. Αλλά, χόρτα, σε «νησίδα» τού δρόμου της πρωτεύουσας δεν είχα ξαναδεί να μαζεύουνε. Και προχτές πάλι, στη λαϊκή, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, κορφολογούσε τα πεταμένα τελάρα, ο κύριος κράταγε μια ίδια σακούλα, κι η κυρία είχε σκύψει με το μαχαιράκι της κι αυτή, και ξεδιάλεγε τα ζαρζαβατικά, του έδινε τα καλά, πέταγε τα άχρηστα, ξεκαθάριζε τα φύλλα απ’ τα μαρούλια κι έκοβε τα πράσινα κομμάτια απ’ τις πατάτες...
Δεν ξέρω αν φτάσανε να γίνουν τόσο τραγικά τα πράγματα. Δεν ξέρω πόση ανέχεια η και πείνα βιώνουνε σήμερα στη πρωτεύουσα οι άνθρωποι. Ξέρω όμως πως, αυτό που κάποτε φαινόντανε ντροπή, σήμερα στα μάτια μου φάνηκε αξιοσύνη. Και είναι αξιοσύνη να γεμίσεις τον «τέντζερη» της φαμίλιας σου, σε δύσκολες εποχές. Όπως έκαναν κάποτε οι μανάδες σε πολύ πιο δύσκολους καιρούς. Και σκέφτηκα πως τα χρόνια της δανικής ευμάρειας, που μάθαμε να βλέπουμε πάντα τον «τέντσερη» στη φωτιά, θέλαμε και το πιάτο έτοιμο και σερβιρισμένο στο τραπέζι. Αυτή την πλαστή ευημερία ήρθε η ώρα τώρα να πληρώσουμε.
Κι αυτοί οι άνθρωποι έκαναν κάτι φυσικό. Επιβίωναν. Γιατί τελικά, δεν είναι ντροπή να ζήσεις. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έκλεψαν, δε ζητιάνεψαν καν, μα θυμήθηκαν πως γέμιζε κάποτε το τσουκάλι, τότε που ήτανε οι δύσκολες οι εποχές, που την πατάτα ίδρωνες για να την ξεθάψεις απ’ τη γη, και τα χόρτα σ’ έτρωγε η λάσπη για να τα μαζέψεις.
Είδα σήμερα μια νοικοκυρά, σκυμμένη στη νησίδα της οδού Πειραιώς να μαζεύει χόρτα... Και τώρα που τη σκέφτομαι, με θαυμασμό λέω μέσα μου: Όχι κουφάλες, δεν θα πεθάνει εύκολα ετούτη η χώρα.
Καστρινός.

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

ΟΝΕΙΡΟ ΗΤΑΝΕ ΚΑΙ ΠΑΕΙ.

Το χρονογράφημα του Σαββάτου.
Ο Πάνος από την κάτω γειτονιά ο εν στενό κύκλο επονομαζόμενος και Μάρξ από τα γενοφάσκια του «Αριστερός» ανακάθισε αλαφιασμένος και ιδρωμένος στο κρεβάτι του. Το βλέμμα του έπεσε στο παλιό εικονοστάσι όπου πίσω από ένα καντήλι έστεκαν οι εικόνες του Στάλιν του Μάρξ και του Άρη Βελουχιώτη. Πότε είχαν γίνει όλα αυτά τα κατακλυσμιαία γεγονότα που ο λαός ξεσηκώθηκε και με συνθήματα όπως «Έξω η τρόικα απ’ την Ελλάδα» και «στ άρματα στ άρματα εμπρός στον αγώνα » έριξε την άθλια τρικομματική κυβέρνηση, και το κόμμα της ενιαίας πια αριστερής αντιπολίτευσης του λαού, έλαβε το εκπληκτικό ποσοστό 79, 90%. Αυτό το ποσοστό ήταν που έδωσε στον Αλέξη το δικαίωμα όταν τον κάλεσε ο Πρόεδρος να του αναθέσει το σχηματισμό κυβέρνησης να αξιώσει την παραίτηση του Προέδρου γιατί από δω και πέρα θα κυβερνούσε ο λαός χωρίς Πρόεδρο, κόμματα και άλλα τέτοια απαρχαιωμένα τερτίπια.
Όπως ανακοινώθηκε ήταν ζήτημα ωρών πια η σύλληψη του γνωστού «χοντρού» υβριστή της αριστεράς για να περάσει Λαοδικείο στη πλατεία Κουμουνδούρου. Βέβαια ο Παπανδρέου ήταν ήδη φευγάτος από καιρού στην άλλη του πατρίδα την Αμερική κι έτσι θα γλύτωνε την σίγουρη καταδικαστική απόφαση του λαού. Ο κ. Σαμαράς με απόφαση επιφανών αριστερών γιατρών θα κρίνονταν ψυχοπαθής και θα οδηγείτο φρουρούμενος σε ένα δημόσιο ψυχιατρείο. Ο αρχιφασίστας της Χρυσής αυγής μαζί με Κασιδιάρη, Μπαρμπαρούση και λοιπούς θα στέλνονταν σιδηροδέσμιοι στην Μακρόνησο όπου θα τους φυλάγανε Πακιστανοί λαθρομετανάστες..
Ο κ. Καραμανλής που τελευταία είχε κάποια άτυπη σχέση ο Αρχηγός, αφέθηκε ελεύθερος να διαλέξει αν θα γίνει ψήστης σ’ ένα παλιό προσφιλή του χώρο στου Μπαιρακτάρη, ή εργάτης στα έργα του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης.
Το αντίκτυπο στην παγκόσμιο κοινότητα ήταν τρομακτικό. Αμέσως συνεδρίασε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στις Βρυξέλες στην Ε.Ο.Κ μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα, κρέμασαν μαύρες σημαίες. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας παραιτήθηκε και στη θέση του ακόμα αναμένουν άνθρωπο του κόμματος, δεδομένου ότι η απόφαση μας να φύγουμε από αυτή την σφηκοφωλιά των ιμπεριαλιστών είναι ακόμα συγκεχυμένη μεταξύ των συνιστωσών του νέου κυβερνητικού συνασπισμού. .
Ο Γάλος πρόεδρος και η Μέρκελ διεμήνυσαν στον Αλέξη ότι θα δώσουν νέα βοήθεια διακοσίων δισεκατομμυρίων (τα μισά δωρεά) αρκεί να μην καταλυθεί τελείως το δημοκρατικό - αστικό καθεστώς..
Δραματικά όμως ήταν τα πράγματα και στη Μέση Ανατολή. Ο Ισραηλινός έπαθε καρδιακό επεισόδιο, και όταν το ξεπέρασε ζήτησε από τον Αλέξη να μην φύγει από το ΝΑΤΟ και αυτός θ’ αποδώσει πίσω τα εδάφη στους Παλαιστινίους. .
Έντρομη η Τουρκία έδωσε πίσω Ίμβρο και Τένεδο και τη μισή κατεκτημένη Κύπρο, κι ο Σκοπιανός μόλις το έμαθε αυτομόλησε στη Βουλγαρία.
Τόσο εύκολο ήταν μονολόγησε ο Πάνος , τόσο εύκολο. . Μια απόφαση ενός περήφανου λαού που έστειλε στα τάρταρα το ευρώ και ήταν αρκετή να φέρει νέα ελπίδα στη χώρα, κι όραμα βάλσαμο στο αβέβαιο μέλλον της ανθρωπότητας.
Τρισευτυχισμένος απλώθηκε κι άνοιξε την τηλεόραση. Καιρός να απολαύσει και μια γνήσια σοσιαλιστική ενημέρωση.
-Τρικούβερτος καυγάς Κασιδιάρη- Βενιζέλου στην εξεταστική.
- Ξανά απ’ τη Δ.Ε.Η. η είσπραξη του χαρατσιού ακινήτων.
- Ξανά συνάντηση τρόικας- Στουρνάρα χωρίς καμία σύγκληση. Γουρούνια αγρίεψε ο Πάνος, εκμαυλιστές του λαού , λακέδες της πλουτοκρατίας….
Η οργή του δεν κράτησε πολύ . Στόλισε με μερικά κοσμητικά επίθετα το αστικό πολιτικό σύστημα έτσι για εκτόνωση κι αναστέναξε μονολογώντας. Αει στο διάολο κολοόνειρα.
Καστρινός.

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Ο ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΚΑΣΤΡΙΤΗ ΦΟΙΤΗΤΗ.

Και μετά μου λες αδερφέ γιατί ωρύομαι και βγαίνω απ’ τα ρούχα μου… Να γιατί τέτοια μυαλά θέλουν να διώξουν απ’ αυτό εδώ τον τόπο. Νέα μυαλά με σκέψη, έρευνα και καινοτομία, όπως αυτό του Αγγελοκαστρίτη φοιτητή του Μετσόβιου Πολυτεχνείου που σπουδάζει Ναυπηγός Μηχανικός του Νίκου του Χρήστου του Καραλή. Ο Νίκος εμπνεύστηκε και σχεδίασε έναν δικό του πολύστροφο τετρακύλινδρο κινητήρα, και μας τον παρουσίασε σε ένα τρισδιάστατο βίντεο, μ’ ένα πρόγραμμα σε 3d σχεδίασης. Μπράβο Νικόλα περιμένουμε κι άλλες τέτοιες εκπλήξεις και καινοτομίες . Δείτε τον κινητήρα του Νίκου στο παρακάτω βίντεο.Καστρινός.